ΒΙΒΛΙΟ

«Απ’ την ορθή οδό λοξοδρομώντας»

Ενας ογκόλιθος της δυτικής λογοτεχνίας, η «Κόλαση» του Δάντη, ως πολύτροπη πρόσκληση σε νέα, πρωτότυπη μετάφραση

ap-tin-orthi-odo-loxodromontas-561201286

ΔΑΝΤΗΣ
Κόλαση
μτφρ. Δημήτρης Μαυρίκιος
εκδ. Ευρασία, 2020, σελ. 220 

Η «Θεία Κωμωδία» (σκέτη «Κωμωδία» την θέλησε ο ποιητής της, τον χαρακτηρισμό «Θεία» τον δώσανε οι κατοπινοί του δηλώνοντας έτσι τον αμήχανο θαυμασμό τους για ένα έργο ανθρώπινο, απελπιστικά  ανθρώπινο – στα σίγουρα το πιο ανθρώπινο βιβλίο του Χριστιανικού Μεσαίωνα) δεν είναι απλώς ένα μεγάλο έργο: Είναι, μαζί με ό,τι ζωγράφισε ο Τζιότο στο Παρεκκλήσι της Πάδοβας, η εκκίνηση της Αναγέννησης – δηλαδή η απαρχή της Δύσης, έτσι όπως τη ζούμε (και όπως ζούμε μέσα της) σήμερα, της Δύσης με τα θαύματα και τα τέρατά της, την ελπίδα και την απελπισία της. Σήμερα με αφετηρία την Κωμωδία, μπορούμε να σχηματίσουμε μια συνεκτική ενότητα για τον πολιτισμό μας εδώ και  εφτακόσια χρόνια: Ωστόσο ο Δάντης έγραψε ό,τι έγραψε ζώντας μέσα σε έναν ασχημάτιστο και ασύνδετο κόσμο – σε έναν κόσμο όπου το μόνο ενοποιητικό συστατικό του (ο μοναδικός ομφάλιος λώρος του) ήταν μια χιλιαστική αναμονή, για τον Θεό και για τον θάνατο, για το τέλος του κόσμου και το τέλος της ανθρώπινης περιπέτειας. Μέσα σε αυτόν τον κόσμο ο εξόριστος Φλωρεντινός επιλέγει να γράψει ένα έπος εξιστόρησης του ανθρώπου και εξανθρωπισμού της Ιστορίας – ουσιαστικά αναγγέλλοντας το τέλος της αναμονής: «Μες στα μισά του δρόμου της ζωής μου / σε μαύρο δάσος βρέθηκα χαμένος / απ’ την ορθή οδό λοξοδρομώντας». Ναι, βρισκόμαστε σε μαύρο δάσος, όμως είμαστε άνθρωποι, δηλαδή πλάσματα κυτταρικά φτιαγμένα να περπατάμε μέσα σε αυτό προσμένοντας να δούμε, μέσα από στρογγυλό άνοιγμα, του ουρανού τις χάρες.

Η «Κωμωδία» είναι πρώτα από όλα ένα καθολικό παράλογο – καθώς γυρεύει να γεφυρώσει δυο αντιθετικούς πνευματικούς κόσμους: Την (από  αιώνες εξορισμένη) κλασική περιπέτεια που οδηγεί στον εξανθρωπισμό με τον (κυρίαρχο στον καιρό του) τρόμο του χαμού που δίδαξε ο Χριστιανισμός ως μέθοδο “Σωτηρίας”. Ακόμη πιο μεγάλο παράλογο ήταν πως τούτη η σύζευξη του βγήκε: κάτι σαν έπος (που δεν είναι έπος), κάτι σαν φάρσα (που δεν είναι φάρσα) – κι όμως  κάτι  που, δίχως καν ο ίδιος να κατανοεί το πώς, ενώνει την «Οδύσσεια» με την «Αποκάλυψη». Ο αγέλαστος Δάντης είχε την τόλμη να γυρέψει μια τεράστια αντίφαση: Μέσα στην χριστιανική εσχατολογία, που όριζε τον Κανόνα για τη ζωή και τον θάνατο των ανθρώπων, έσπειρε όλους εκείνους τους (νεωτερικά  αναστημένους) Έλληνες και Λατίνους, τους Απόλλωνες και τους Οδυσσείς, έστω και με τους αναχρονισμούς τους. Κι όμως τούτη η αποκοτιά (σύμφωνα με τον Καζαντζάκη «ο άνομος γάμος του Απόλλωνα με την Παναγιά») τον πήγε κάπου· έτσι άρχισε η Αναγέννηση. Δεν είναι που τα ετερώνυμα έλκονται – είναι που κάπου στα 1300, στην κεντρική Ιταλία, ένας εξόριστος ποιητής ποντάρισε όλην την ποίηση που κουβάλαγε στο κεφάλι του πάνω στην αντίφαση που γεννιέται ανάμεσα στο σώμα και την «Πίστη», ανάμεσα στην ηδονή και την «Αμαρτία». Το σκοινί τούτης της αντίφασης τεντώθηκε μα δεν έσπασε. Πάνω στο σκοινί αυτό άρχισε να πλέκεται η Δύση: Η μουγκή αγωνία για την επανάκτηση του σώματός μας έγινε αφήγηση.

Στα 1955 ο Σεφέρης, παραφράζοντας ελαφρά το Όντεν, γράφει στα «Περίχωρα της Κυρήνειας»: «Αυτός ο κόσμος δεν είναι ο δικός μας, είναι του Ομήρου». Η «Κωμωδία» ήρθε δυο χιλιάδες χρόνια μετά από εκείνα τα έπη που θεμελίωσαν τον κλασικό κόσμο για να τον αναστήσουν μέσα στην καρδιά του χριστιανικού κόσμου. Πρακτικοί λόγοι καθόρισαν τις γλωσσικές και μορφικές επιλογές του Δάντη: γλώσσα του τα λαϊκά ιταλικά του καιρού του (και όχι τα λατινικά), φόρμα του το έμμετρο εκτενές έπος. Η αφήγησή του αρθρώνεται σε ένα αρκετά διαδεδομένο θέμα της χριστιανικής γραμματείας του καιρού του: έναν αφηγητή που επισκέπτεται την Κόλαση και τον Παράδεισο για να επιβεβαιώσει την τιμωρία των αμαρτωλών και την δικαίωση των ενάρετων. Ωστόσο ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής του Δάντη είχε ανάγκη από οδηγούς: ο Βιργίλιος (ο «προ Χριστού χριστιανός» κατά τον Αυγουστίνο) για την «Κόλαση» και το «Καθαρτήριο», η Βεατρίκη (πλατωνικός έρωτας του ίδιου του Δάντη που πέθανε στα 24 της χρόνια) για τον «Παράδεισο» – αλλιώς Λογική (που ίσως να μην είναι τόσο λογική) και Θεολογία (που ίσως και να μην είναι και τόσο θεολογία). Κι έπειτα αρχίζει η πορεία στο μαύρο δάσος: μια πρωτόγνωρη έξοδος από τον χρόνο – μια απρόσμενη είσοδος σε έναν άχρονο κύκλο γεμάτο εικόνες και συναντήσεις: Αρχαίοι και σύγχρονοι, υπαρκτοί και φανταστικοί, τέρατα, οράματα, εικόνες φρίκης και ελπίδας, αναχρονισμοί, φωτιές, αστέρια. Κυρίως μια εξακολουθητική όσο και απροσδόκητη εμμονή στην ανάδειξη της ατομικότητας, όσο τραγική κι αν είναι· εμμονή στο σχήμα «θέλω/λαχταράω/ελπίζω» που αντικαθιστά εκείνο το παλιό ομηρικό «θυμώνω/νοσταλγώ/επιστρέφω». Εν τέλει: ένα πρωτοφανέρωτο συνονθύλευμα, ένας αχταρμάς με τον τίτλο «Κωμωδία» που ωστόσο δεν είναι και τόσο αχταρμάς: Ίσως λαϊκή παραβολή, ίσως θρησκευτική αλληγορία, ενδεχομένως μυστικό μήνυμα με συγκεκριμένους κώδικες, προφανώς ψυχωφελής αφήγηση, πάνω από όλα όμως εκκίνηση. Εδώ και αιώνες δύσκολα θα βρεθεί συγγραφέας ή φιλόλογος ή συστηματικός αναγνώστης που θα αρνηθεί πως η «Θεία Κωμωδία», είναι το καταστατικό έργο για την Ευρώπη και για ολόκληρο τον Δυτικό Πολιτισμό – ίσως το δεύτερο επιδραστικότερο βιβλίο της ανθρώπινης ιστορίας (εάν δεχτούμε πως το πρώτο είναι τα Ομηρικά Έπη). Αλλιώς: αυτή η Ευρώπη δεν είναι η δικιά μας – είναι του Δάντη.

Η «Κωμωδία» στην γλώσσα μας κακοπέρασε. Στρεβλές αντιλήψεις, παλαιοορθόδοξες και νεοορθόδοξες δοξασίες, αρχαιοπληξία συνδυασμένη με αντιευρωπαϊασμό, έλλειψη εκδοτικού οράματος και επιπόλαιες επιλογές στέρησαν διαχρονικά στην ελληνική κουλτούρα ένα  έργο που βρίσκεται στο πρωταρχικό κύτταρο του δυτικού πολιτισμού. Μόλις στα μέσα του 19ου αιώνα (και κάτι σημαίνει αυτό) άρχισε να γίνεται συζήτηση για την μεταγραφή της στα ελληνικά· και οι μεταφραστικές απόπειρες γίνονταν πρόχειρα, ασυστηματοποίητα και -το χειρότερο- δίχως οι μεταφραστές να πάρουν στα σοβαρά την πλαστικότητα της ανάσας του Σολωμού ο οποίος, ως ιταλόγλωσσος, περιείχε εκ των πραγμάτων τον Δάντη. Έτσι οι ελληνόγλωσσες μεταφραστικές απόπειρες, αποσπασματικές ή σύνολες, κυμάνθηκαν από την καλών προθέσεων ποιητικίζουσα ρητορεία (Βαλαωρίτης, Μουσούρος, Καλοσγούρος, Μαβίλης, Κότσιρας, Σφήκας) μέχρι την βάναυση υφολογική μετατροπή του έργου σε κάτι αντιδιαμετρικά αντίθετο με την ίδια του την φύση (Καζαντζάκης) και μέχρι την αμήχανη και αντιποιητικά ερμηνευτική μεταγραφή (Ριζιώτης).

Αυτή η δυστοκία προφανώς είχε συνέπειες: όταν από τον γλωσσικό σου ορίζοντα λείπει μια στέρεη μετάφραση ενός καταστατικού έργου τέτοιας εμβελείας προφανώς θα το πληρώσεις με κενά που δεν καλύπτονται και τα οποία θα χάσκουν τραυματικά. Ας πούμε: πώς θα καταλάβουμε τα θεμελιακά κείμενα της Αναγέννησης, του κλασικισμού και του ρομαντισμού δίχως να έχουμε την δυνατότητα να μελετήσουμε την «Κωμωδία»; Πώς θα κατανοήσουμε τον Πετράρχη, τον Βοκάκιο, τον Τσώσερ, τον Μίλτωνα; Πώς θα δούμε τον Τζιότο, τον Μποτιτσέλι και τον Μιχαήλ Άγγελο; Πώς θα ζυγώσουμε τον Μπλέικ, τον ύστερο Γκόγια, τον Πόε και τον Μποντλέρ; Πώς θα κατανοήσουμε τον όρο «ριζική φαντασία»; Πώς θα κατανοήσουμε την λογοτεχνία και τον κινηματογράφο του φανταστικού, το αφήγημα τρόμου, το θρίλερ;  Πώς θα διαβάσουμε τον Προυστ (που ουσιαστικά σχηματίζει τον Αλμπερτίν ως άλλη Βεατρίκη), τον Έλιοτ (που στον Δάντη αναγνωρίζει τον πνευματικό του γεννήτορα) ή τον Πρίμο Λέβι (που μέσα στο Άουσβιτς προσπαθεί να κρατηθεί ζωντανός επαναπροσδιορίζοντας μέσα του τι σημαίνει εκείνος ο θρυλικός αναχρονισμός του Δάντη στο Άσμα 26 της Κόλασης); Ακόμη και από τους «δικούς μας» Σολωμό και Σεφέρη χάνουμε ένα σημαντικό μέρος τους καθώς και οι δυο τους (έχοντας το διαβάσει στο πρωτότυπο) συνομιλούν εκτενώς και πολύπλευρα με το κείμενο του Δάντη – ο Σολωμός αντανακλαστικά και μοιραία, ο Σεφέρης συνειδητά, πιθανώς για να συναντήσει τον Έλιοτ.

ap-tin-orthi-odo-loxodromontas0
Πρόκειται για την εντελέστερη και ποιητικότερη ελληνόγλωσση εκδοχή του κειμένου. 

Στην συζήτηση αυτή, τους τελευταίους μήνες ήρθε να προστεθεί μια νέα μετάφραση της «Κόλασης» από τις Εκδόσεις Ευρασία, καμωμένη από τον Δημήτρη Μαυρίκιο, έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους σκηνοθέτες του ελληνικού θεάτρου. Αναγεννησιακά πολύπλευρος, πολύγλωσσος και πολυμαθής, με σπουδές φιλολογίας, θεατρολογίας και κινηματογράφου σε Παρίσι (Σορβόνη) και Ρώμη (C.S.C.) και γόνιμη θητεία στον κινηματογράφο και στο ποιητικό ντοκιμαντέρ, ο Μαυρίκιος υπήρξε ο πρώτος Έλληνας θεατρικός σκηνοθέτης που, παρακινημένος από τον καθοριστικό για τον ίδιο (και πλέον θρυλικό για τον ελληνικό θέατρο) Μίνω Βολανάκη, επιχείρησε και πραγμάτωσε την σύζευξη θεατρικής πράξης και κινηματογραφικής εικόνας. Οπαδός της συνολικής προσέγγισης του κειμένου με το οποίο κάθε φορά καταπιάνεται, εμμονικός με την παραμικρή λεπτομέρεια μέχρι ακραίων ορίων, ο Δ.Μ. μας έδωσε μια σειρά από ιστορικές παραστάσεις-ορόσημα μετασχηματίζοντας το θεατρικό κείμενο σε ένα πολυσύνθετο σκηνικό σύνολο: μια ζεύξη κλασικότροπης θεατρικής αφήγησης από την μια και ενός ιδιαίτερου προσωπικού σκηνικού εξπρεσιονισμού από την άλλη που αγγίζει τα όριο του αναγεννησιακού πολυθεάματος. Ενδεικτικά αναφέρω: «Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα» του Πιραντέλο (Κ.Θ.Β.Ε 1987 και Εθνικό Θέατρο 2003), «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Σαίξπηρ (Εθνικό Θέατρο 1990), «Σαλώμη» του Ουάιλντ (Θέατρο Αμόρε, 1992), «Ο γυάλινος κόσμος» (η παράσταση-θρύλος του 1997-1999 στο Θέατρο Εμπρός), «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή (1998, Εθνικό Θέατρο – με την απρόσμενη εμφάνιση του Δημήτρη Μαρωνίτη στον ρόλο του Παιδαγωγού), «Ανδρομάχη» του Ρασίν (Εθνικό Θέατρο, Επίδαυρος, 2007), «Φρεναπάτη» του Κορνέιγ (Εθνικό Θέατρο, 2010), «Πάπισσα Ιωάννα-Αναζητώντας την ηρωίδα του Ροΐδη» (σε δική του δραματουργία, Φεστιβάλ Αθηνών, 2014), «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» του Τενεσί Ουίλιαμς (Θέατρο οδού Κεφαλληνίας 2014) και «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» του Πιραντέλο (Εθνικό Θέατρο, 2018). Σε όλες αυτές τις παραστάσεις ο Μαυρίκιος έκανε, ανάμεσα στα άλλα, και την μετάφραση όλων των κειμένων από το πρωτότυπο τηρώντας εμμονικά το στιχουργικό μέτρο όπου υπάρχει και στο βαθμό που υπάρχει στα πρωτότυπα κείμενα. Και είναι αληθινά κρίμα που οι μεταφράσεις αυτές, με την τεράστιο βάθος δουλειάς που κουβαλούν πίσω τους, δεν βρίσκονται συγκεντρωμένες σε μια εκδοτική σειρά και παραμένουν είτε σε από καιρό εξαντλημένες διάσπαρτες εκδόσεις, είτε σε εκτός εμπορίου προγράμματα παραστάσεων, είτε και απολύτως ανέκδοτες. (Και εδώ, όχι παράταιρα, ας σημειωθεί πως μόλις το 2013 άρχισε με αργούς ρυθμούς η έκδοση του μεταφραστικού θησαυρού που άφησε πίσω του ο Μίνως Βολανάκης από τις Εκδόσεις Bibliotheque – μέχρι σήμερα έχουν κυκλοφορήσει πέντε μεταφράσεις.)

Ο Μαυρίκιος είχε οικείωση με την μετάφραση της «Κωμωδίας» του Δάντη από την πρώτη παιδική ηλικία του, καθώς ο Ιταλός παππούς του του απήγγειλε στίχους από το πρωτότυπο – ωστόσο μόλις το 2013 ξεκίνησε την μετάφρασή της παρακινημένος από ένα μεγαλόπνοο θεατρικό project που αρχικά υιοθέτησε το Εθνικό Θέατρο. Ο στόχος ήταν μέσα σε τρία χρόνια να ανεβούν διαδοχικά σε τρεις παραστάσεις και τα τρία βιβλία των «Κωμωδίας» (Κόλαση – Καθαρτήριο – Παράδεισος). Δυστυχώς το θεατρικό σχέδιο ματαιώθηκε πολύκροτα – κι έτσι στα χέρια του Μαυρίκιου έμεινε ένα μεγάλο μέρος της μετάφρασης της «Κόλασης» το οποίο αποφάσισε να ολοκληρώσει με την κοπιώδη επιμέλεια της Αθηνάς Ευθυμίου. Έτσι την Μεγάλη Παρασκευή του 2020, 720 χρόνια μετά την Μεγάλη Παρασκευή του 1300, δραματικό χρόνο έναρξης της «Κωμωδίας», ο Μαυρίκιος και οι Εκδόσεις Ευρασία παρέδωσαν την μετάφραση της «Κόλασης» σε μια έρημη Αθήνα λόγω του πρώτου Lockdown που προκάλεσε ο Covid19 – κι ενώ η Ιταλία, η πατρίδα του Δάντη, ζούσε την δική της κόλαση καθώς εκείνον τον καιρό προσέγγισε τους 1000 νεκρούς την μέρα. Η πικρή συγκυρία καταγράφεται με συγκίνηση στο οπισθόφυλλο της έκδοσης – καταλήγοντας στο στερνό στίχο του βιβλίου («Και βγήκαμε να ξαναδούμε τ’ άστρα») και συμπληρώνοντας: «Κάθε κόλαση έχει την έξοδό της».

Η μετάφραση του Μαυρίκιου, από όποια πλευρά και να κριθεί, είναι η εντελέστερη, λειτουργικότερη και ποιητικότερη ελληνόγλωσση εκδοχή του κειμένου που στέκεται ως θεμελιακός ογκόλιθος της λογοτεχνίας της Δύσης. Ο Δ.Μ., πρώτα από όλα, έχει στο νου του την ακροαματική διάσταση της «Κωμωδίας» – και έχει απόλυτο δίκιο. Ο Δάντης γράφει το έργο του έχοντας την απόλυτη βεβαιότητα πως το κείμενό του θα ακουστεί παρά θα διαβαστεί: Στον καιρό του λιγότερο από το 10%  των κατοίκων της Ιταλίας ήταν σε θέση να διαβάζει – και επιπλέον τα βιβλία αντιγράφονταν με το χέρι σε ελάχιστα αντίτυπα καθώς δεν υπήρχε η τυπογραφία (ο Γουτεμβέργιος θα εφεύρει την τυπογραφική πρέσα 115 χρονιά μετά την ολοκλήρωση της έκδοσης της «Κωμωδίας»). Ως εκ τούτου, ο εξόριστος Φλωρεντινός ποιητής ξέρει καλά πως το κείμενό του (όπως και όλα τα αφηγηματικά κείμενα του καιρού εκείνου) θα διαβαστεί από κάποιον εγγράμματο αναγνώστη/αφηγητή σε καπηλειά και σε λογής δημόσιες και ιδιωτικές συγκεντρώσεις. Αυτός είναι, άλλωστε, ο λόγος που υιοθετεί την ιδιότυπα δημώδη ιταλική γλώσσα και επιλέγει μέτρο και ομοιοκαταληξία (ενώ τον ίδιο καιρό γράφει το μείζον πολιτικό δοκίμιό του, το «De Monarchia», στα Λατινικά – ακριβώς διότι εκεί απευθύνεται σε άλλο, πολύ συγκεκριμένο, κοινό.).

Ο Μαυρίκιος ξεκινάει από μια (ενδεχομένως εμμονική αλλά ευφρόσυνα δικαιωμένη) αρχή: Όχι μόνο θα κρατήσει στην μετάφρασή του, έναν προς έναν, τους 4720 στίχους που μοιράζονται στα 34 Άσματα της «Κόλασης» αλλά θα τους αρμόσει στο εντεκασύλλαβο μέτρο του πρωτοτύπου με τις πέντε τονισμένες και τις έξι άτονες συλλαβές. Αποτέλεσμα: 51.920 συλλαβές στο πρωτότυπο, οι ίδιες και στην μετάφρασή του – 23.600 οι τονισμένες, 28.320 οι άτονες στο πρωτότυπο, ακριβώς οι ίδιες και στην μετάφραση. Το μόνο που δεν κρατά από το πρωτότυπο είναι η θρυλική ομοιοκαταληξία του, η περίφημη terza rima με τα πλεχτά τρίστιχα, όπου ο μεσιανός ορφανός στίχος γεννά την ομοιοκαταληξία του επόμενου τρίστιχου. Κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο δίχως να αποδομηθεί το περιεχόμενο – και μια Κόλαση (και ιδίως η «Κόλαση» του Δάντη) δίχως περιεχόμενο θα έστεκε μόνον ως φάρσα.

Ωστόσο το κείμενο που μας παραδίδει ο Μαυρίκιος πετυχαίνει έναν ουσιαστικό άθλο μεγαλύτερο από τον φορμαλιστικό άθλο της τήρησης του συλλαβικού μέτρου: μεταγράφει στην γλώσσα μας τον νεωτερικά επικό και συνάμα σπαρακτικά υποκειμενικό χαρακτήρα της αφήγησης δίχως το έπος να αφανίσει το αφήγημα – και δίχως το αφήγημα να υπονομεύσει το έπος. Η ποιητική αφαίρεση και η κοφτή ρυθμική ανάσα που επέβαλε το εντεκασύλλαβο μέτρο μοιάζει να βοήθησε λειτουργικά αυτήν την ισορροπία που βρίσκεται διαρκώς στην κόψη του ξυραφιού. Έτσι, εκεί που οι προηγούμενες μεταφράσεις στέκουν αμήχανες, καταθέτοντας είτε έναν αντιποιητικό ερμηνευτισμό, είτε μια δήθεν ποιητικίζουσα διαστροφή του περιεχομένου, ο Μαυρίκιος δείχνει να κατορθώνει το απολύτως απροσδόκητο: Μια μετάφραση που πετυχαίνει την ζητούμενη διακύμανση ανάμεσα στην εξιστόρηση μιας προσωπικής περιπέτειας και την επανιστόρηση ολόκληρης της Ιστορίας του ανθρώπου. Αυτός είναι ο ουσιώδης άθλος ετούτης της μεταφραστικής δουλειάς – και ας σκεφτούμε πώς έγινε σε μια γλώσσα που δεν έχει εντεκασύλλαβη ποιητική παράδοση από όπου κανείς θα μπορούσε να αντλήσει μεταφραστικές λύσεις.

Και μια εκδοτική παρατήρηση: Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί ένα τέτοιο πολυσύνθετο επίτευγμα που τήρησε μετρικά και περιεχομενικά όλους τους στίχους του πρωτοτύπου με το τρόπο που περιγράφτηκε παραπάνω, δεν εκδόθηκε σε δίγλωσση έκδοση – με το πρωτότυπο κείμενο να αντικρίζεται με την μετάφρασή του. Είναι εξαιρετικά σημαντικό για τα καταστατικά έργα να εκδίδονται σε δίγλωσσες εκδόσεις – ιδίως στην Ελλάδα με τον υψηλό δείκτη γλωσσομάθειας, ιδίως όταν πρόκειται για ένα έργο την πολυεπίπεδη επιδραστικότητα της «Κωμωδίας». Θέλω να ελπίζω πως σε μια ενδεχόμενη επανέκδοση μια τέτοια πρόταση θα υιοθετηθεί. Όπως θέλω να ελπίζω ότι ο Μαυρίκιος θα υλοποιήσει την (καταγεγραμμένη δημόσια) πρόθεσή του να δημιουργήσει ένα audio book με το πλήρες κείμενο της «Κόλασης». Και επιπλέον ας επισημάνω πως το αρχικό παραστασιακό σχέδιο του 2013 προέβλεπε για τον ίδιο την μετάφραση και των τριών βιβλίων – άρα κάποιος μπορεί να αναγάγει πως το Καθαρτήριο και ο Παράδεισος μπορεί και να μας περιμένουν.

Στην υπερσυνδεδεμένη νεωτερικότητα του καιρού μας η «Κωμωδία» είναι ένα έργο κυριολεκτικά ασύλληπτο: μέσα στον χρόνο έχει πολλαπλασιαστεί και υπερνοηματοδοτηθεί σε τέτοιο βαθμό που αδυνατούμε να το συλλάβουμε ως πνευματικό σύνολο – οι παραφυάδες και οι συνδηλώσεις του φτιάχνουν έναν εφιαλτικό λαβύρινθο που μας καταπίνει. Ωστόσο μπορώ να σκεφτώ έναν τρόπο να το διεξέλθει κανείς: να το αντιμετωπίσει ως δάσος όπου μπορεί να το περπατήσει δίχως να το κατακτήσει, ως έναν λαβύρινθο που έχει να τον περάσει και όχι να τον συλλάβει. Αυτό μοιάζει λυτρωτικό: ο καθένας μπορεί να πιάσει ένα νήμα ανάλογα με την ηλικία, το σύμπαν του, τους φόβους και τις προσδοκίες του, και να το κρατήσει ως μίτο της Αριάδνης, να το τραβήξει με πίστη και ελπίδα, προκειμένου κάπου να φτάσει. Προσωπικά ως τέτοιο μίτο θα επέλεγα τον στίχο που με συγκινεί περισσότερο από κάθε άλλον, μόλις τον τρίτο του 1ου Άσματος της «Κόλασης»: «Απ’ την ορθή οδό λοξοδρομώντας» (στο πρωτότυπο: «Ché la diritta via era smarrita»). Πιστεύω πως εδώ βρίσκεται η απαρχή της πλοκής, η απαρχή του Δάντη, η απαρχή του πολιτισμού μας, η αφετηρία της τόσο σύνθετης ανθρωπινότητάς μας. Ναι, μπορεί να μην ξαναδούμε τα αστέρια, μπορεί να μην υπάρχει ολοστρόγγυλο άνοιγμα στον βράχο, ωστόσο, όσο είμαστε άνθρωποι (και επειδή είμαστε άνθρωποι), πάντοτε θα αναζητούμε μια Commedia λοξοδρομώντας από την dirrita via του κόσμου.