ΒΙΒΛΙΟ

Ο αντισημιτισμός πριν γίνει φανατισμός

Η ταραχώδης πορεία προς τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Ο αντισημιτισμός πριν γίνει φανατισμός

ΓΚΡΕΓΚΟΡ ΦΟΝ ΡΕΤΣΟΡΙ
Αναμνήσεις ενός αντισημίτη –
Ενα μυθιστόρημα σε πέντε ιστορίες
μτφρ.: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
εκδ. Δώμα, σελ. 400

«Η ευρωπαϊκή ήπειρος είχε ειρήνη το πρωί της Κυριακής, 28ης Ιουνίου 1914, όταν ο αρχιδούκας Φραγκίσκος Φερδινάνδος και η γυναίκα του Σοφί Χότεκ έφτασαν στον σιδηροδρομικό σταθμό του Σαράγεβου. Τριάντα επτά μέρες αργότερα, είχε πόλεμο. […] Γύρω από τα συμβάντα του 1914 συσσωρεύτηκε στη συνείδηση του κόσμου ένα είδος εξωτικής ιστορικής σαγήνης. Ηταν εύκολο να φαντάζεται κανείς την καταστροφή του “τελευταίου καλοκαιριού” της Ευρώπης σαν ένα εδουαρδιανό ιστορικό δράμα», γράφει στην εισαγωγή του βιβλίου του «Οι υπνοβάτες – Πώς η Ευρώπη πήγε στον πόλεμο το 1914» ο Κρίστοφερ Κλαρκ.

Ο Γκρέγκορ Φον Ρετσόρι είναι ή μάλλον ήταν –πέθανε το 1998– παιδί δύο «υπνοβατών» και γνήσιο τέκνο της εποχής τους. Γεννημένος το 1914 στην Μπουκοβίνα και άρα Ρουμάνος κατά τας γραφάς μετά τη διάλυση της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, ζει τα αισθήματα των γονέων και της ευρύτερης οικογένειάς του, τον κόσμο και τις αντιλήψεις τους περί αυτού, το ξάφνιασμα των ανθρώπων στα ανατολικά άκρα της Αυστροουγγαρίας, που κοιμήθηκαν Αυστριακοί αριστοκράτες και ξύπνησαν Ρουμάνοι πολίτες, την απώλεια μιας ταυτότητας που συγκροτούσε την οικογένεια, τα συστατικά στοιχεία της οποίας, συγκεκριμένες κοινωνικές τάξεις, αρνούνται να παραδώσουν στη λαίλαπα των αλλαγών που σήμανε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Αρνούνται κυρίως να παραδώσουν αμαχητί τον εκλεπτυσμένο αντισημιτισμό τους.

Αυτός ο αντισημιτισμός είναι το συνδετικό στοιχείο των πέντε ιστοριών: Σκούτσνο (ρωσική λέξη που «σημαίνει τη μελαγχολική πλήξη»), Νιότη, Πανσιόν Λέβινγκερ, Ορκοι, Πράβντα.

Σαν υπόγειο ρεύμα

o-antisimitismos-prin-ginei-fanatismos0
O αντισημιτισμός είναι το συνδετικό στοιχείο των πέντε ιστοριών του βιβλίου.

Εχουμε όλοι συνηθίσει να διαβάζουμε ιστορίες που εκφράζουν ακραία όρια αντισημιτισμού, αλλά ο Ρετσόρι μας δίνει την ευκαιρία να δούμε τον βαθύ αντισημιτισμό πριν γίνει πολιτική σκοπιμότητα και πολιτική αγυρτεία, πριν γίνει ιδέα, φανατισμός και Ολοκαύτωμα. Αυτόν που διαχέεται σε απλές, ανθρώπινες και καμιά φορά χαριτωμένες, θεατρικές, διασκεδαστικές ίσως, και συναισθηματικά οικείες εικόνες, λέξεις και συμπεριφορές, τον «διακοσμητικό», εν είδει πολύτιμης οικογενειακής σκευής, αντισημιτισμό. Αυτόν που διατρέχει σαν υπόγειο ρεύμα, χαρακτηριστικό και αναντίρρητη αξία κοινωνικής διαφοροποίησης, στοιχείο κοινωνικής ταυτότητας. Τον αντισημιτισμό που πραγματώνεται στις λεπτομέρειες, που υπάρχει γιατί δεν γίνεται αλλιώς:

«Ο πατέρας μου μισούσε τους Εβραίους, όλους ανεξαιρέτως, ακόμα και τους πιο ταπεινούς. Επρόκειτο για ένα μίσος αρχαίο, πατροπαράδοτο, βαθύρριζο, για το οποίο δεν χρειαζόταν να δοθούν εξηγήσεις. Ο,τι επιχείρημα κι αν έφερνες για να το δικαιολογήσεις, όσο παράλογο κι αν ήταν, θεωρούνταν θεμιτό. Φυσικά, κανείς δεν πίστευε στα σοβαρά πως οι Εβραίοι ήθελαν όντως να κυριαρχήσουν στον κόσμο επειδή τάχα αυτό τους είχαν υποσχεθεί οι προφήτες τους (αν και όντως αποκτούσαν όλο και περισσότερα πλούτη και ισχύ, ιδίως στην Αμερική). Ιστορίες περί μοχθηρών συνωμοσιών, σαν αυτές που περιγράφονται στα Πρωτόκολλα των σοφών της Σιών, θεωρούνταν μπαρούφες, όπως και όλα αυτά περί κλοπών της όστιας και τελετουργικής δολοφονίας παιδιών (αν και η εξαφάνιση της μικρής Εστερ Σολυμοσσιάν παρέμενε ανεξιχνίαστη). Ολα ήταν παραμύθια που λέγαμε στις υπηρέτριες όταν δεν μας άντεχαν άλλο και απειλούσαν πως θα πάνε να δουλέψουν σε καμιά οικογένεια Εβραίων, όπου και περισσότερα χρήματα θα έβγαζαν και καλύτερη μεταχείριση θα είχαν. Και βέβαια, τους υπενθυμίζαμε παρεμπιπτόντως ότι οι Εβραίοι είχαν όντως σταυρώσει τον Σωτήρα μας. Πάντως οι άνθρωποι της δικής μας πάστας, οι μορφωμένοι άνθρωποι, δεν χρειαζόμασταν τέτοια βαρύγδουπα επιχειρήματα για να βλέπουμε τους Εβραίους σαν ανθρώπους δευτέρας διαλογής. Ηταν πολύ απλό: δεν μας αρέσανε – ή τέλος πάντων μας άρεσαν λιγότερο απ’ ό,τι οι άλλοι συνάνθρωποί μας. Και αυτό ήταν κάτι τόσο φυσικό όσο και το να σ’ αρέσουν τα σκυλιά περισσότερο απ’ τις γάτες».

Ενας αντισημιτισμός που περιχωρείται στην ταυτοτική κληρονομιά των αριστοκρατών κάθε βαθμίδας της τότε Κεντρικής Ευρώπης, πολύ «σνομπ» για να υποστηρίξει τη «λαϊκή» βαρβαρότητα του ναζισμού αλλά και τη συμπόρευση με το Ανσλους, την προσάρτηση και υποταγή στη Μεγάλη Γερμανία, εκβάλλει σε «φυσιολογικές», συναισθηματικές αντιφάσεις ή και διαυγείς διαπιστώσεις: Η αντισημίτισσα Βιενέζα γιαγιά του αφηγητή επιτίθεται με την ομπρέλα της σε «ταραξίες που είχαν βάλει κάμποσους Εβραίους να καθαρίζουν από τους τοίχους ενός σπιτιού συνθήματα υπέρ του Σούσνιγκ. Ανάμεσα σ’ εκείνους τους Εβραίους η γιαγιά μου είχε αναγνωρίσει έναν γιατρό που κάποτε είχε θεραπεύσει την πολύ επώδυνη ωτίτιδα μιας από τις θείες μου […] τους έβαλε τις φωνές πως αυτό παραπήγαινε». 

Ο ίδιος, ο αντισημίτης… εξ αίματος, αφηγητής παρακολουθώντας μαζί με την Εβραία φίλη και ερωτική του μέντορα «το παγερό, κρυστάλλινο κενό έξω στην πόλη» στις 12 Μαρτίου του 1938, τους πανηγυρισμούς για το Ανσλους, απολιτικός, υπνοβάτης κι αυτός στο δικό του παρόν και ανίκανος να διαβλέψει ή να υποψιαστεί τη δεύτερη επερχόμενη καταστροφή της Ευρώπης, της λέει ωστόσο πως «είναι μια μέρα γάμου που υπόσχεται κάτι πολύ θλιβερό». Και είναι ο ίδιος αφηγητής που μας λέει ότι το καλοκαίρι του 1937, το Σάλτσμπουργκ ήταν πραγματικά απαίσιο διότι «το είχαν κατακλύσει οι Εβραίοι. Οι χειρότεροι απ’ όλους είχαν έρθει πρόσφυγες από τη Γερμανία και, παρά τις παραφορτωμένες τους Μερσέντες, συμπεριφέρονταν λες και ήταν θύματα σκληρότατων διώξεων και άρα δικαιούνταν να κάθονται με τις ώρες στο Καφέ Μότσαρτ, να κριτικάρουν τα πάντα και να εξυπηρετούνται φθηνότερα. […] Και μιλούσαν μ’ εκείνο το υπεροπτικό βερολινέζικο ύφος που έξυνε τα νεύρα οποιουδήποτε είχε μεγαλώσει στην Αυστρία, πόσο μάλλον τα δικά μου, που το εξασκημένο μου αυτί διέκρινε πανεύκολα τα στοιχεία της εβραϊκής αργκό. Μου ’ρχόταν να τους σφάξω όλους».

Ο αφηγητής που είναι ο Ρετσόρι –ή δεν είναι αλλά μάλλον περιέχεται στην αφήγηση (ένα παιχνίδι που παίζει ο συγγραφέας με τον αφηγητή και την ταυτότητά του στο τελευταίο μέρος του βιβλίου)–, παραμένει ένας απλός μάρτυρας γεγονότων, χαλαρός, επιφανειακός και ευγενικός, καθώς πλησιάζει η καταστροφή. Αλλος ένας υπνοβάτης. Περίπου, όπως οι περισσότεροι άνθρωποι, όπως διασχίζουμε οι περισσότεροι τους δικούς μας καιρούς, τη δική μας εποχή, το παρόν.