ΒΙΒΛΙΟ

Το παραμιλητό ενός κορμιού

to-paramilito-enos-kormioy-561201544

ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗ
Νύχτες πυρετού
εκδ. Καστανιώτη, σελ. 540

to-paramilito-enos-kormioy0 
Μια νεκρή γυναίκα καταδαπανά το απόν σώμα της σε οργιώδη σεξουαλικά οράματα. Ο ερωτικός παροξυσμός είναι το αέναο παράπονο του αφανισμένου σώματος. Η Μαρία Κουγιουμτζή ανασύρει το απύθμενο σκοτάδι της γραφής της για να ποτίσει με ζόφο το ερωτόληπτο παραμιλητό της ηρωίδας. Η τελευταία, επέκεινα του εγκόσμιου χρόνου, αναπολεί έναν φαντασιώδη άντρα, τον Γεδεών. Ο αγιώνυμος άνδρας διαρκώς φεύγει και αιφνιδίως επανέρχεται, αναδαυλίζοντας την ιδεατή μορφή του πόθου, την ανικανοποίητη. Η ηρωίδα είναι «ολόκληρη μια αναμονή», ένας κατάσαρκος σπαραγμός. Βιώνοντας ακόμη και μετά θάνατον με συντριπτική οδύνη τον αποκλεισμό από τη ζωή του σώματος, παρεισδύει σε δάνειες ερωτικές ιστορίες, διαμέσου των οποίων φαντασιώνεται την εκπλήρωση του δικού της έρωτα.

Το μυθιστόρημα είναι σταυροδρόμι πολλών ιστοριών, πάθους και πένθους. Ανάμεσά τους ανασαλεύει αθέατη η φασματική ηρωίδα, υφαρπάζοντας την πνοή ζωντανών πλασμάτων, που δοκιμάζονται αδιάκοπα με τις ιδιοτροπίες της σάρκας. Δέσμια μιας υποδόριας αρρώστιας, που έκανε τις νύχτες το σώμα της να αναριγεί από πυρετό, η ηρωίδα παραβίαζε ερωτικά πάθη, εκλιπαρώντας μια τρυφερότητα που δεν δικαιούνταν. Λουφάζοντας σε ξένα αγκαλιάσματα, ονειρευόταν «τα αγαπημένα μπράτσα του Γεδεών», δίνοντας κάθε βράδυ «μια παράσταση ικεσίας».

Πιθανότατα ο Γεδεών ήταν ένας άνδρας που ποτέ δεν είχε γνωρίσει, αποκύημα ενός ονείρου. Το να επιθυμεί τον Γεδεών δίχως να τον αγγίζει σημαίνει για την ηρωίδα την ηδονική αναμέτρηση με την ιδεατότητα της ερωτικής επιθυμίας. Το άγγιγμα θα κατέλυε ακαριαία την επιθυμία, την «τέλεια ηδονή του μη αγγίγματος». «Κι ενώ σκεφτόμουν αυτά, η φτωχή μου σάρκα ήθελε διακαώς να αγγίξει τον Γεδεών. Κι όχι μόνο ήθελε να τον αγγίξει, αλλά να τον αγγίζει συνεχώς. Πράγμα αδύνατον. Αυτού του είδους το άγγιγμα μόνο μέσω του μη αγγίγματος μπορούσε να γίνεται διαρκώς». 

Το ανέφικτο άγγιγμα του Γεδεών αναρρίπιζε τη νοσταλγία της για ένα άλλο απόν σώμα, εκείνο της μητέρας της. Η προσμονή ενός συγκλονιστικού, τελειωτικού οργασμού ήταν εξίσου δυναστική με την επιθυμία της επιστροφής στη μήτρα. Ο πόθος για τον Γεδεών μεταμφιέζει το πένθος για τη μητέρα. Εμπύρετη μες στον λήθαργό της, η ηρωίδα αισθάνεται «απαλές ηδονικές κινήσεις» να σκεπάζουν το απαρηγόρητο, αχάιδευτο κορμί της. Τον ίμερο γλύκαινε μια παλιά, χαμένη θαλπωρή. «Ολη τη νύχτα η μαμά κι ο Γεδεών με κρατούσαν αγκαλιά».

Η καταπληκτική δύναμη της γραφής αναβλύζει από τη δριμύτατη διαπάλη της ηρωίδας με το σώμα της. Είναι απολύτως μόνη, σπαραγμένη από έσχατη ερημιά. Εκείνη και το κορμί της. «Κορμί, λέξη ερωτική, με φωλιές ηδονής, κρύπτες ονείρων, με σπασμούς και αναφιλητά νεογέννητου ή ετοιμοθάνατου». Από την ανευόδωτη επιθυμία ξεκινάει «ένας μονόλογος με τον εαυτό». Το σεξ «συνέβαινε διαρκώς» μέσα στο μυαλό της. Οι ιδανικοί έρωτες που οραματιζόταν «ήταν κάτι σαν αυνανισμός». Οπως η ίδια λέει: «Δεν έπρεπε να κάνω το λάθος να διεκδικώ ένα κορμί πέρα από το δικό μου». Η φαντασίωση του Γεδεών άνοιγε μέσα της «βάραθρα ανεξερεύνητης ευτυχίας και δυστυχίας», τα σκιώδη χέρια του τη λίγωναν και την έγδερναν, τα ένιωθε «σαν ξυραφιές στο σώμα» της.

Σε κάποιο σημείο η αφηγήτρια κρυφακούει μια λογοτεχνική συζήτηση. Ενας από τους συνομιλητές υποστηρίζει πως ο συγγραφέας αποδίδει στο λογοτεχνικό του έργο τον εσωτερικό ρυθμό των βιωματικών και διανοητικών εμπειριών του. Η Κουγιουμτζή φαίνεται να ομογνωμεί, καθώς αφήνει το βιβλίο της να καταληφθεί από ένα στρόβιλο παραισθήσεων, ενθυμήσεων και φαντασιώσεων. Μπορεί η συνοχή και ο σχεδιασμός να χάνονται, αλλά ο αντίκτυπος της τρομερής γλώσσας μένει αλησμόνητος.