ΒΙΒΛΙΟ

Μεσοπολεμική Νέα Υόρκη, ο παράδεισος και η κόλαση

Οι διαφορετικές όψεις μιας μητρόπολης

mesopolemiki-nea-yorki-o-paradeisos-kai-i-kolasi-561214054

JOHN DOS PASSOS
Manhattan Transfer 
μτφρ. Τρισεύγενη Παπαϊωάννου 
πρόλογος: Θεοδώρα Τσιμπούκη 
εκδ. Μεταίχμιο, 2020

Ο Αμερικανός συγγραφέας Τζον Ντος Πάσος (1896-1970), ένας από τους εκφραστές της γενιάς του Μεσοπολέμου και της κοινωνιολογικής θεώρησης των πραγμάτων, ο οποίος μέσω των έργων του ασκεί κριτική στην κοινωνία και στον δυσάρεστο, κατ’ αυτόν, αστικό αμερικανικό τρόπο ζωής, στήνει το πλαίσιο των αφηγηματικών στιγμιοτύπων του στηριζόμενος στην ιστορική και κοινωνική εξέλιξη, ενώ καινοτομεί και ως προς τον χειρισμό των θεμάτων του και ως προς τη μορφή που προσδίδει σε αυτά.  

Ξεκινά την καριέρα του υιοθετώντας ριζοσπαστικές ιδέες, από τις οποίες απομακρύνεται, απογοητευμένος, αργότερα, για να ασπαστεί θέσεις που χαρακτηρίζονται συντηρητικές και τις οποίες νωρίτερα στηλίτευε. Ιδεαλιστής κάποτε, όπως και άλλοι ομότεχνοί του, πίστευε ότι ο άνθρωπος στην αμερικανική κοινωνία γίνεται δέσμιος του χρήματος και της μηχανής. Αυτό, όμως, που δεν έπαψε να τον ενδιαφέρει και να κινητοποιεί τη φαντασία του είναι η ιστορία του αμερικανικού έθνους, η οποία θα σταθεί και η αφόρμηση για την παραγωγή των σπουδαίων έργων του, που τον καθιέρωσαν ως έναν σημαντικό αναμορφωτή της γραφής, ως ανατόμο της αμερικανικής ιστορίας και της αστικής ζωής. 

Το έργο του «Manhattan Transfer», το οποίο κυκλοφόρησε το 1925 –με πρώτη έκδοση στα ελληνικά το 2002, από το Μεταίχμιο–, γίνεται ο προάγγελος της εμβληματικής τριλογίας του με τον τίτλο «USA» («Ο 42ος παράλληλος» 1930, «1919» 1932, «Τα πολλά λεφτά» 1936), στην οποία πρωταγωνιστεί ο αμερικανικός τρόπος ζωής, όπως αυτός παρουσιάζεται και εξελίσσεται από την περίοδο που προηγείται της έκρηξης του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου έως και τα πρώτα έτη της δεκαετίας του ’30, με φόντο όσα επέφερε στην κοινωνία η παγκόσμια οικονομική ύφεση.  

mesopolemiki-nea-yorki-o-paradeisos-kai-i-kolasi0
Η αφήγηση συνδέει αποσπασματικά στιγμιότυπα της καθημερινής ζωής.

Στο «Manhattan Transfer» η αφήγηση δεν ακολουθεί μια γραμμική χρονική πορεία στην απούσα, ούτως ή άλλως, πλοκή, αλλά συνδέει αποσπασματικά επεισόδια, στιγμιότυπα από γεγονότα της καθημερινής ζωής των κατοίκων της Νέας Υόρκης. Ασύνδετες εικόνες ενώνονται και παρουσιάζουν διαφορετικές όψεις μιας πόλης που δέχεται και απορροφά, είτε θετικά είτε αρνητικά, αλληλοσυγκρουόμενα στοιχεία, ανθρώπινους τύπους που προέρχονται από διαφορετικά κοινωνικά και πολιτισμικά περιβάλλοντα. Αλλωστε, σε αυτό το έργο πρωταγωνιστεί η μητρόπολη, με τις αντιθέσεις της, τον πολυπολιτισμικό χαρακτήρα της, τη δυναμική της, που καταπνίγει προθέσεις και επιδιώξεις των κατοίκων της, οι οποίοι παρασύρονται σε μια ανεξέλεγκτη από τους ίδιους πορεία. 

Τα επεισόδια, με την υπονομευτική τους ένταση, που γίνεται αποκαλυπτική, λειτουργούν με γρήγορους ρυθμούς, συμπαρασύροντας  τους χαρακτήρες, οι οποίοι, αν και αποσύρονται από αυτά, επανεμφανίζονται στην αφήγηση και ολοκληρώνουν ό,τι μπορεί να χαρακτηριστεί ημιτελές. Οι εικόνες, οι ήχοι, οι οσμές δίνουν το στίγμα της πόλης, που υποσχόταν πολλά με τη φήμη της, αποκαλύπτουν τις πολλές όψεις της, αλλά γίνονται και το φόντο για όλους εκείνους που βρέθηκαν στους δρόμους της, απροετοίμαστοι για τη διάψευση των προσδοκιών και τον θάνατο των ψευδαισθήσεων. 

Σημαντική καινοτομία του έργου είναι η χρήση της τεχνικής του μοντάζ, μιας τεχνοτροπίας που είναι εμπνευσμένη από τον κινηματογράφο, και του κολάζ. Συνενώνεται, κατ’ αυτόν τον τρόπο, η μυθοπλασία με την πραγματικότητα και αναπαριστάται η ασυνάρτητη και κατακερματισμένη κοινωνία μέσω του αποσπασματικού και ασύνδετου τρόπου γραφής. Συνδετικός κρίκος στα αφηγηματικά επεισόδια που παρουσιάζονται είναι ο Τζίμι Χερφ, ένας δημοσιογράφος που περιπλανιέται στους δρόμους της μεγαλούπολης και αναζητεί την ταυτότητά του, καθώς παρατηρεί τους άλλους με τις αντιθέσεις τους, ιδεολογικές, κοινωνικές και πολιτισμικές. Από τη μια παρουσιάζεται ο κόσμος των χρηματιστών και από την άλλη εκείνος των μεταναστών και των εργαζομένων σε αντίξοες συνθήκες, των ατόμων που αφήνουν τις φάρμες τους και έρχονται ανέτοιμοι για αυτό που θα συναντήσουν στη μεγαλούπολη.

Η ματιά του αφηγητή, σαν κινηματογραφική μηχανή, πέφτει πάνω σε ποικίλους ανθρώπινους τύπους που, τηρουμένων των αναλογιών, δεν απέχουν πολύ από σύγχρονους, ενώ κοινό χαρακτηριστικό του τότε και του τώρα είναι η ευκολία με την οποία μπορεί να μετατραπεί το όνειρο σε κόλαση. 

Θα μπορούσε να θεωρηθεί το μυθιστόρημα αυτό ξεπερασμένο από τις ίδιες τις εξελίξεις, αλλά η προσεκτική ανάγνωση το καθιστά από πρόδρομο στην εποχή του, ως προς το περιεχόμενο και τη μορφή, σε ένα κλασικό ανάγνωσμα που δίνει αφορμές για συζήτηση σε πολλά θέματα, κοινωνικά και πολιτικά, τα οποία τώρα πια κατανοούμε καλύτερα λόγω των πολλών και ποικίλων διαψεύσεων, καθώς και του θανάτου των ιδεολογικών ψευδαισθήσεων.