ΒΙΒΛΙΟ

«Ο Καραγκιόζης με σώζει»

«Ο Καραγκιόζης με σώζει»

ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΠΑΘΑΡΗΣ 
Τα απομνημονεύματά μου
Επιμέλεια-εισαγωγή: Γιάννης Κόκκωνας
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
σελ. 712
 
«Από τότε που ο ζωγράφος Νάκης μου ’πε πως αυτό το γράψιμο που κάνω έχει μεγάλη αξία, το γράψιμο έγινε ο έρωτάς μου και μέρα νύχτα έγραφα», λέει ή μάλλον γράφει ο Σωτήρης Σπαθάρης καθώς ξεκινάει να περιγράφει με δικά του λόγια τη γνωριμία του με τον ποιητή Αγγελο Σικελιανό. «Εμένα η χαρά μου ήτανε τόση μεγάλη, γιατί ενώ περνάγαμε από τον Πλάτανο και με βλέπανε όλοι οι Κηφισιώτες πως εγώ, ο παλιο-Σπαθάρης, βάσταγα αγκαζέ ποιόνε; τον Σικελιανό».

o-karagkiozis-me-sozei0
Φωτ. ΣΥΛΛΟΓΗ ΓΙΑΝΝΗ ΚΟΚΚΩΝΑ.

Ο καραγκιοζοπαίκτης Σωτήρης Σπαθάρης (1887-1974) είναι ο πρώτος Ελληνας λαϊκός καλλιτέχνης που έγραψε εκτενή κείμενα για τη ζωή και την τέχνη του, όπως σημειώνει στον πρόλογο του πολυτελούς τόμου «Σωτήρης Σπαθάρης – Τα απομνημονεύματά μου», που κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, ο φιλόλογος και ιστορικός Γιάννης Κόκκωνας, ο οποίος έκανε και την επιμέλεια όλης της έκδοσης. Αυτή η διαπίστωση από μόνη της θα ήταν αρκετή για να διαβάσουμε τον τρόπο με τον οποίο περιέγραψε τη ζωή του ένας άνθρωπος που γεννήθηκε ορφανός, μεγάλωσε σε συνθήκες ακραίας φτώχειας, μάθαινε ανάγνωση από τους σταυρούς του Β΄ Νεκροταφείου Αθηνών, αλλά έδωσε μια διαφορετική πνοή στη λαϊκή τέχνη του Καραγκιόζη, την οποία εντόπισαν οι ευαίσθητες κεραίες του Σικελιανού, του Τσαρούχη, του Σεφέρη, της Παπαδημητρίου και άλλων πνευματικών ανθρώπων της εποχής. Ωστόσο, όπως σπεύδει να διευκρινίσει ο κ. Κόκκωνας, αυτή η διαπίστωση είναι ήδη γνωστή, καθώς τα απομνημονεύματα του Σπαθάρη εκδόθηκαν πρώτη φορά το 1960 από τις εκδόσεις Πέργαμος και από τότε ανατυπώθηκαν από άλλους τρεις εκδοτικούς οίκους (Βέργος, Οδυσσέας, Αγρα).

Δύο είναι τα χαρακτηριστικά που ξεχωρίζουν τον τόμο των 712 σελίδων με τις αναμνήσεις του Σπαθάρη. Το πρώτο και εκτενέστερο είναι η πρώτη δημοσίευση δύο μορφών των απομνημονευμάτων του Σωτήρη Σπαθάρη, προγενέστερων και πληρέστερων εκείνων του ’60, που διασώθηκαν σε δύο σύνολα αυτόγραφων χειρογράφων. Τα πρώτα χειρόγραφα, που θεωρούνταν χαμένα, είναι του 1944, ενώ τα δεύτερα, πιο πλούσια και με περισσότερες λεπτομέρειες, δημιουργήθηκαν το 1950-1955 και μέχρι πρότινος αγνοούνταν η ύπαρξή τους. Ως εκ τούτου, το δεύτερο χαρακτηριστικό του βιβλίου είναι η μεγάλη περιπέτεια της έκδοσης της σπαθάρειας βιογραφίας, χωρίς τις επεμβάσεις του ’60, που μοιάζει εξόχως μυθιστορηματική και αποτελεί την εισαγωγή του τόμου. 

o-karagkiozis-me-sozei1Ο «Νάκης», δηλαδή ο ζωγράφος και καθηγητής σχεδίου στο Κολλέγιο Αθηνών Νίκος Καρτσωνάκης, ήταν ο πρώτος που παρακίνησε τον Σπαθάρη να γράψει τα απομνημονεύματά του το 1944. Ως καλλιτέχνη πρώτος τον είχε προσέξει ο Γιάννης Τσαρούχης στις αρχές του ’30 και έφερε σε επαφή τον φτωχό καραγκιοζοπαίχτη και οικοδόμο με τη Βιργινία Ζάννα και τη συγγραφέα Ελλη Παπαδημητρίου.

Ο Σπαθάρης όμως έρχεται σε σύγκρουση με τον Νάκη και τη βιογραφία του αναλαμβάνει το ’50 ο νεαρός δικηγόρος, λογοτέχνης Λάμπης Χρονόπουλος, που τότε βρισκόταν στην παρανομία για τη συμμετοχή του στο ΕΑΜ. Για τα επόμενα πέντε χρόνια ο δικηγόρος συνεργάζεται αρμονικά με τον Σπαθάρη, τον συμβουλεύει να εγκαταλείψει την «μπάσταρδη γλώσσα» και να γράφει στη δημοτική, ξεκινάει την εξιστόρηση από τα παιδικά του χρόνια και καλύπτει τα κενά των πρώτων χειρογράφων. Ο Χρονόπουλος, γράφει ο Κόκκωνας, «είχε την ικανότητα να εντοπίζει κοιτάσματα αναμνήσεων στο μυαλό του ηλικιωμένου φίλου του και να τον ενεργοποιεί δημιουργικά». Ωστόσο, οι δύο πλευρές έρχονται σε ρήξη και η βιογραφία, για δεύτερη φορά, δεν βλέπει το φως της δημοσιότητας.

«Ενιωθα πως η ψυχή μου θέλει να φτερουγίσει στο ανοιξιάτικο κλαρί της τέχνης του Καραγκιόζη», γράφει ο Σπαθάρης για την τέχνη του, που δεν του απέφερε χρήματα, αλλά δεν άντεχε να εγκαταλείψει. Μέσα από τα κείμενα του τόμου ο αναγνώστης θα γνωρίσει τον άνθρωπο Σπαθάρη, τα δύσκολα παιδικά του χρόνια, τη φτώχεια του επαγγέλματος του καραγκιοζοπαίχτη, την εποχή που αλήτευε, τις τουρνέ, τη σχέση του με τον γιο του Ευγένιο, τους συναδέλφους του, τις παραστάσεις της Κατοχής, τη γνωριμία του με τον Αγγελο Σικελιανό. 

Για τη συνεργασία του Χρονόπουλου με τον Σπαθάρη δεν γνώριζαν ούτε οι απόγονοι του δικηγόρου, όπως γράφει ο Γ. Κόκκωνας, κάτι που ίσως –λέμε εμείς– να εξέφραζε και την πικρία του νεαρού τότε δικηγόρου. Το αποτέλεσμα ήταν τα πολύτιμα αρχεία του να καταλήξουν στα χέρια γυρολόγων. Με πολλές και ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες περιγράφει ο επιμελητής του τόμου το ταξίδι των χειρογράφων μέσα στα χρόνια και στα παζάρια της Ιεράς Οδού πριν καταλήξουν στον σκληρόδετο τόμο, ο οποίος συμπληρώνει το παζλ για τη ζωή του χαρισματικού καραγκιοζοπαίχτη. Θα ακολουθήσει, όπως γράφει ο κ. Κόκκωνας, ένα βιβλίο με τις απόψεις του Σπαθάρη για την τέχνη του Καραγκιόζη. Τελικά, η συμβολή του Λάμπη Χρονόπουλου στη βιογραφία του Σωτήρη Σπαθάρη ήταν μεγαλύτερη απ’ ό,τι ίσως πίστευε στη διάρκεια της ζωής του.