ΒΙΒΛΙΟ

Πεθαίνοντας στο μέλλον

Πεθαίνοντας στο μέλλον

ΒΙΚΥ ΤΣΕΛΕΠΙΔΟΥ
Ο μεγάλος σκύλος
εκδ. Νεφέλη, σελ. 352
 
pethainontas-sto-mellon0Οι γονείς μιας δεκαπεντάχρονης κοπέλας, που πέθανε από ανίατη ασθένεια, τη βάζουν για κρυοσυντήρηση με την ελπίδα της νεκρανάστασής της. Τον ίδιο καιρό στο Λονδίνο, το ζεύγος Τζόουνς πληροφορείται τα της κρυονικής, θέλοντας να εξασφαλίσει έναν κατά το δυνατόν καλύτερο θάνατο. Φαντάζονται τα πτώματά τους να λιμνάζουν για χρόνια σε έναν κάδο με υγρό άζωτο και ύστερα να αποψύχονται σε μια εποχή που δεν θα υπάρχει ούτε αρρώστια ούτε θάνατος. Σε παρόμοια εποχή ξυπνάει, έπειτα από εκατό χρόνια στην κατάψυξη, η δεκαπεντάχρονη Μάριον, η οποία περνάει τη διαδικασία προσαρμογής της στη «μεταζωή» στο Κτίριο, μια τεράστια υγειονομική υπηρεσία που φροντίζει τους αποψυγμένους.

Η Βίκυ Τσελεπίδου διαμοιράζει την εστίαση της αφήγησης ανάμεσα στο ηλικιωμένο ζευγάρι και στην έφηβη Μάριον, καταγράφοντας από τη μία τον φόβο του θανάτου και από την άλλη την αγωνία της ζωής. Οι Τζόουνς αναμετριούνται με τον αργόσυρτο γεροντικό τους χρόνο, πασχίζοντας να γεμίζουν τις απέραντες ώρες με εκκρεμότητες και υποχρεώσεις. Η προοπτική της κρυονικής γίνεται αφορμή μιας υπερδραστηριότητας από μέρους της κυρίας Τζόουνς, η οποία επιδίδεται με ψυχαναγκαστικό ορθολογισμό στο «σημαντικότερο πλάνο της ζωής της», την οργάνωση και διαχείριση του θανάτου της. Σέρνοντας και τον άβουλο σύζυγό της, τον πείθει πως το μόνο που μένει να κάνουν σε αυτή τη ζωή είναι να μάθουν «το πώς πεθαίνουνε. Να εκπαιδευτούμε στο θνήσκειν». Προπάντων έπρεπε να οδηγηθούν στον θάνατο όσο γινόταν πιο υγιείς και αρτιμελείς, ικανοί για «μεταζωή». Επιβάλλοντας στα του οίκου της δρακόντεια αποταμιευτική στρατηγική, η κυρία Τζόουνς κατάφερε να συνάψει έναντι σεβαστού ποσού ένα σωτήριο μεταθανάτιο συμβόλαιο με μια εταιρεία κρυονικής. Μέσα στο Κτίριο, υποβαλλόμενη σε αλλεπάλληλες συνεδρίες, η Μάριον διδάσκεται την αγωγή στη ζωή. Αυτά τα διαλογικά μέρη συνιστούν το πιο καλογραμμένο κομμάτι του μυθιστορήματος, χάρη στην προσφυή γλωσσική τους επεξεργασία. Στη στραπατσαρισμένη ομιλία της Μάριον διαγράφεται ο ζόφος της «μεταζωής». Η γλώσσα της φέρει ίχνη θανάτου, αποσύνθεσης. Οι λέξεις έχουν αποσυνδεθεί από το νόημά τους. Η δυσκολία της Μάριον να μιλήσει αντικαθρεφτίζει την αδυναμία της να ζήσει. «Ελάχιστα πράγματα για τη Νέα Εποχή είχαν ξεκαθαρίσει μέσα μου, εξακολουθούσα μετά από τόσες συνεδρίες να μην ξέρω τι είναι εκεί που βρίσκομαι». «Δεν είμαι εγώ σίγουρη αν πέθανα ή αν συνεχίζω να ζω». Αν η Μάριον πληροφορείται πως στη Νέα Εποχή οι αυτοκτονίες είχαν ραγδαία αύξηση, οι Τζόουνς δεν αργούν να διαπιστώσουν πως ο ασφαλέστερος τρόπος ελέγχου του θανάτου τους ήταν η αυτοκτονία. Η κυρία Τζόουνς σπαζοκεφάλιαζε με αλυσιτελή οντολογικά ερωτήματα, αναζητώντας για την ίδια και τον σύζυγό της «τη μέγιστη εγγύηση ως προς την αποτελεσματική φροντίδα της σορού τους». Ξεγελασμένη από «την απέλπιδα προσπάθεια να κρατηθεί κανείς για πάντα στη ζωή», μετέτρεψε τη ζωή σε προθάλαμο θανάτου. Η Μάριον, πάλι, διαβιοί σε έναν προθάλαμο ζωής, έχοντας ξεχάσει τις λέξεις που ζωογονούσαν τον κόσμο. Οι Τζόουνς, πάλι, όσο πιο ενεργά οργανώνουν τον θάνατό τους τόσο περισσότερο δυσκολεύονται με τις λέξεις. Οπως για κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, έτσι και για τη γλώσσα είναι δυσκατόρθωτο να δεξιωθεί την ακαταληψία του θανάτου, την άναρθρη τελεία.

Με θαυμαστή ευρηματικότητα και υποβόσκον χιούμορ, η Τσελεπίδου, στην ωριμότερη στιγμή της, διερευνά τις ολέθριες παρενέργειες της ελπίδας για αιώνια ζωή. Παρά τους πλατειασμούς και τις επαναλήψεις, το μυθιστόρημά της διακρίνεται για την άψογη σύνθεσή του καθώς και για τον ερεθιστικό προβληματισμό πάνω στην αναγκαιότητα της μητρικής γλώσσας, μήτρα της μνήμης.