ΒΙΒΛΙΟ

Οι δυστοπικές εικόνες της Γιόκο Ογκάουα

Οι δυστοπικές εικόνες της Γιόκο Ογκάουα

ΓΙΟΚΟ ΟΓΚΑΟΥΑ
Η αστυνομία της μνήμης
μτφρ. (από τα αγγλικά): Χίλντα Παπαδημητρίου
εκδ. Πατάκη 

Η Γιαπωνέζα συγγραφέας Γιόκο Ογκάουα (1962), η οποία έγινε γνωστή στη χώρα μας τη δεκαετία του 2000 από τις πρώτες μεταφράσεις έργων της, που κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Αγρα, έγραψε την «Αστυνομία της μνήμης» στις αρχές της δεκαετίας του ’90 –κυκλοφόρησε το 1994–, όταν η ίδια ήταν μόλις τριάντα δύο ετών. Σημειώνεται η ηλικία γιατί το θέμα του μυθιστορήματος είναι σύνθετο και απαιτητικό, ενώ η σύλληψη καθώς και η ανάπτυξή του αναδεικνύουν την οξυδέρκεια της συγγραφέως. 

Πρόκειται για μια δυστοπική ιστορία που έχει αναφορές και συγγένειες με έργα όπως του Κάφκα, του Μπέκετ αλλά και του Γιαπωνέζου συγγραφέα έργων επιστημονικής φαντασίας Κόμπο Αμπέ, το έργο του οποίου «Η γυναίκα της άμμου» (Αγρα, 2004) είναι πολύ κοντά σε αυτό της Ογκάουα. Και τα δύο είναι αντιπροσωπευτικά δείγματα μοντερνισμού, με στοιχεία του παραλόγου και με τοπία ενός ονειρικού αλλά συγχρόνως εφιαλτικού κόσμου. 
Η αφήγηση γίνεται από μια γυναίκα συγγραφέα η οποία αναφέρεται σε ένα παράδοξο γεγονός που διαδραματίζεται σε κάποιο νησί, το οποίο δεν κατονομάζεται, όπως δεν κατονομάζονται και τα άλλα πρόσωπα, εκτός από τον επιμελητή κειμένων, που είναι ο Ρ., και όπου πολλά αντικείμενα εξαφανίζονται, ενώ οι κάτοικοί του, για να διασωθούν, οφείλουν να τα ξεχάσουν για πάντα. Η συγγραφέας και ο επιμελητής, για να κατανικήσουν τον φόβο απέναντι στην αστυνομία της μνήμης, που τιμωρεί όσους έχουν καλή μνήμη, αλλά και για να δαμάσουν τη θλίψη για την απώλεια αγαπημένων προσώπων και πραγμάτων, αντλούν δύναμη από την ενασχόλησή τους με τη λογοτεχνία. 

Το σκηνικό που στήνει η Ογκάουα είναι πειστικό καθώς, ενώ η ιστορία είναι αλληγορία, τα γεγονότα που το συνθέτουν έχουν συνέπεια και συνοχή και σε καμία περίπτωση το παράδοξο δεν απομακρύνεται από τους κανόνες μιας πραγματικότητας, που αποτελεί την άλλη όψη ή την προέκταση της κανονικότητας. Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι η αλληγορία αυτή παραπέμπει στους κατασταλτικούς κρατικούς μηχανισμούς που χρησιμοποιούνται από τα αυταρχικά καθεστώτα. Στις αλληγορίες, όμως, ο αναγνώστης δίνει τις δικές του προεκτάσεις σύμφωνα με τις προσλαμβάνουσες που διαθέτει.  

Αν ξεκινούσε κανείς να αποκωδικοποιήσει τα σύμβολα, θα μπορούσε να υποθέσει ότι ο τίτλος παραπέμπει στην ίδια τη φθορά, τον κυρίαρχο νόμο της φύσης, σύμφωνα με τον οποίο όλα, όντα και αντικείμενα, συρρικνώνονται και εξαφανίζονται, αφού «το πρώτο καθήκον της αστυνομίας της μνήμης ήταν να επιβάλλει τις εξαφανίσεις…» (σ. 22).  Ακόμα και τα βιβλία γίνονται σκόνη ακολουθώντας τη μοίρα που επιτάσσει ο ίδιος νόμος, με μόνη εξαίρεση το πλοίο, την κατοικία του ηλικιωμένου, το οποίο μετατρέπεται αργά αλλά σταθερά σε πέτρα. Η συγγραφέας δακτυλογραφεί και, καθώς χτυπά το κάθε γράμμα στη γραφομηχανή, είναι σαν να δηλώνεται η κάθε παρουσία στον κόσμο, η οποία κρατάει τόσο λίγο όσο ένα χτύπημα στη γραφομηχανή, από τη στιγμή της σύλληψής της μέχρι το σημείο στο οποίο κλείνει ο κύκλος, όταν όλα τα πράγματα εισέρχονται «στη χώρα του ύπνου», που δεν είναι παρά «μια ακατανίκητη ανυπαρξία».

«Η αστυνομία της μνήμης» είναι ένα πρωτότυπο και άκρως τολμηρό υπαρξιακό μυθιστόρημα, στο οποίο η αφήγηση σε κανένα σημείο δεν χάνει τον ρυθμό της παρ’ όλη την υπαινικτική διάσταση που διαθέτει η κάθε σκηνή και η κάθε εικόνα της. 

Μήπως θα έπρεπε να σημειώνεται από ποια γλώσσα έχει γίνει η μετάφραση;