ΒΙΒΛΙΟ

Οι εκλεκτές αρμονίες του μαύρου

Οι εκλεκτές αρμονίες του μαύρου

ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗΣ
Ανοιχτό μικρόφωνο
εκδ. Μελάνι, σελ. 104
 
Οι εκλεκτές αρμονίες του μαύρου-1Με πόσες άραγε λέξεις μπορεί κανείς να ζήσει; Το ερώτημα απασχολεί το τρίτο πεζό του βιβλίου και η απάντηση του αφηγητή είναι καθηλωτική: μόνο με μία, τον θάνατο. «Τώρα που την είπα, σκέφτομαι πως και μόνο μ’ αυτήν τη λέξη θα μπορούσα να ζήσω». Η «ενική παρουσία» του δεν χρειαζόταν περισσότερες λέξεις για να ονοματίσει την απόγνωση. Eνας άλλος, ωστόσο, ηχογραφεί μια επιστολή διαμαρτυρίας ζητώντας από κάποιον διευθυντή περισσότερες λέξεις. Δεν τον αποκαλεί αρχισυντάκτη.

«Αρχισυντάκτης είναι πάντα ο χρόνος». Συνεπώς το αίτημα για περισσότερες λέξεις ήταν στην ουσία μια κεκαλυμμένη ικεσία για περισσότερο χρόνο. «Θέλω χρόνο… Δώστε μου κι άλλο χρόνο…» Με αυτές τις λέξεις κλείνει το βιβλίο του ο Γιάννης Ευσταθιάδης. Ο τίτλος «Ανοιχτό μικρόφωνο», ακολουθούμενος από τον υπότιτλο «Μονόλογοι και ομολογίες», προϊδεάζει για πηγαίες εκμυστηρεύσεις, για λόγια «ενός ακουστικού ενεστώτος που δεν γίνεται ποτέ παρακείμενος» και ηχογραφούνται για να φυλαχθεί η θνησιγενής αμεσότητά τους, η ταυτόχρονη εκφορά και εκπνοή τους. Oμως, ο λόγος του Ευσταθιάδη είναι το αποκύημα μαεστρικών γλωσσοπλασιών. Μουσικά διαπαιδαγωγημένος και δεξιοτεχνικά κατεργασμένος, μνημειώνει την οδύνη του τέλους και συνυφαίνεται με τις συνηχήσεις της σιωπής. Ο θάνατος είναι ο μείζων αρωγός της γραφής του Ευσταθιάδη. «Κανένα μαύρο δεν είναι το ίδιο. Εξαρτάται με πόση απελπισία το κοιτάς». Κοιτάζοντας κατάματα το βαθύ μαύρο του θανάτου, ο Ευσταθιάδης φιλοτεχνεί υπέροχες μινιατούρες, μικρά γλωσσικά θαυματουργήματα. 

Eνας ιδεαλιστής συνθέτης οραματίζεται τον θάνατο σαν το μεγαλειωδέστερο έργο τέχνης του Εωσφόρου. Ο αφηγητής, ωστόσο, αμφισβητεί το μεγαλείο αυτής της διαβολικής δημιουργίας, καθώς σκέφτεται πως ο θάνατος ήταν «ένα ασήμαντο, καθημερινό έργο ρουτίνας του Εωσφόρου». Eνας πιανίστας ονειρεύεται το δεξί του χέρι που έχασε στον πόλεμο να ενορχηστρώνει κονσέρτα στα πεδία των μαχών, σκεπάζοντας με θρηνητικές συγχορδίες την επικράτεια του θανάτου. Eνας σεφ αυτοπυροβολείται στο στόμα μετατρέποντας τον θύλακο της γαστρονομίας σε «οδό του θανάτου», συναρμόζοντας έτσι «την εφήμερη ευτυχία με τη μελαγχολία της διάρκειας». Τα πεζά του Ευσταθιάδη εκδιπλώνονται στον ρυθμό των δύο βασικών τονικοτήτων της γραφής του, της μουσικής και της μνήμης. Οι μνημονικές αναδρομές μεταμορφώνονται σε μελωδία, που χαρακώνεται από την απελπισία, μια θεσπέσια θρηνωδία. Eνας άνδρας ρίχνει στον σκουπιδοφάγο κάθε απειροελάχιστο ενθύμιο του χαμένου χρόνου. Ο ήχος του αλέσματος των απορριμμάτων της ύπαρξής του, ένας παρατεταμένος ενεστώτας, μελωδούσε την άρνηση του τετελεσμένου. Η παντέρημη φωνή που θρηνεί σε έναν αυτόματο τηλεφωνητή παρακαλούσε τους καλούντες να επικοινωνήσουν με τον απόντα «αβοήτως, με μια τρυφερή αγλωσσία». «Γι’ αυτό, παρακαλώ, μετά τον ήχο από την κραυγή της απόγνωσης, αφήστε το μήνυμά σας». Σε ένα δωμάτιο ενικής παρουσίας το βουητό μιας μύγας ακούγεται σαν «αυτοσχέδια άρια του κάτι προς το τίποτα». Στο καταληκτικό πεζό, η ηχώ αποσπά από το όνομα του συγγραφέα μια μακάβρια αντήχηση, «άδη». Εκτός κι αν ο Aδης άδει.

Στο βιβλίο παρεισδύει και ο κορωνοϊός, που έχει οπωσδήποτε μπροστά του λαμπρή καλλιτεχνική πορεία. Ο θάνατος αφηγείται στα παιδιά το τελευταίο παραμύθι. Eνας κακός, ανίκητος ήρωας περιδιαβαίνει τον κόσμο, σκοτώνοντας τα πλάσματα των παραμυθιών. Θέλει «να πεθάνει η γλώσσα», να «εξαφανιστούν οι φράσεις, οι λέξεις…», να «χαθούν τα γράμματα…», να «μείνουν μόνο κάποια φωνήεντα της απόγνωσης». Με παραμύθια της απόγνωσης μοιάζουν τα γραπτά του Ευσταθιάδη. Η γλωσσική ομορφιά καταλύει τα ανιστορούμενα δεινά, ο πόνος γίνεται λόγος. Οι λέξεις ενορχηστρώνονται σε υποβλητικά μουσικά σύνολα, συνθέτοντας ονειρώδεις νυκτωδίες, διαχέοντας μια απόκοσμη, ερεβώδη αρμονία, εξαίσιους αρπισμούς μες στο σκοτάδι.