ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Με ένα στίχο να αχνοφέγγει σαν πετράδι

Με ένα στίχο να αχνοφέγγει σαν πετράδι

Πόσοι τρόποι υπάρχουν, πέραν των επίσημων εορτασμών, για να τιμήσει κανείς μια εθνική επέτειο; Λογικά, πολλοί. Κάποιος μπορεί να κρεμάσει μια σημαία στο μπαλκόνι του και να αφεθεί στους περήφανους κυματισμούς της, κάποιος άλλος μπορεί να ξεφυλλίσει ένα βιβλίο Ιστορίας που ανατρέπει εθνικούς μύθους. Υπάρχει όμως και ένας τρόπος που, δύο ημέρες πριν από την 25 Μαρτίου 2021 και δύο ημέρες μετά την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, μοιάζει επίσης ταιριαστός: η επιλογή ενός στίχου ελληνικού ποιήματος, που ενεργοποιεί στον συλλέκτη του προσωπικές σκέψεις και συναισθήματα για τη 200ετηρίδα της Ελληνικής Επανάστασης. Αυτό το εγχείρημα αναθέσαμε στους τέσσερις εκπροσώπους της ελληνικής ποίησης που ακολουθούν. Μοναδική οδηγία, να προσεγγίσουν το θέμα όπως επιθυμούν. Με τρόπο εθνωφελή ή κριτικό, ευθύ ή υπαινικτικό· η σχέση με τα έθνη και τις επετείους τους δεν είναι πάντοτε συλλογική υπόθεση.

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ
Οι στίχοι που επιλέγω είναι γνωστοί, αλλά με έχουν σφραγίσει: «Στον Ψαρών την ολόμαυρη ράχη/ περπατώντας η Δόξα μονάχη/ μελετά τα λαμπρά παλικάρια/ και στην κόμη στεφάνη φορεί/ γεναμένο από λίγα χορτάρια/ που είχαν μείνει στην έρημη γη». Τους έχω αποστηθίσει από μικρός τους στίχους του Σολωμού και τους φέρνω συχνά στο μυαλό μου, σκεπτόμενος όσους θυσιάστηκαν για την Ελλάδα. Τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση είναι ευκαιρία να εμπνευστούμε από αυτούς τους ανθρώπους, από όσα καλά έκαναν, και να προσπαθήσουμε να αποφύγουμε, όσο μπορούμε, τα όσα κακά: τους εμφυλίους της Επανάστασης.

Στις δύσκολες ώρες ειδικά, όπως σήμερα, η επέτειος αυτή μας εμπνέει. Θυμάμαι ακόμη την 25η Μαρτίου του 1942, όταν είχα δει στην πλατεία Συντάγματος ανθρώπους που διαδήλωναν κατά της Κατοχής. Τους είχαν χτυπήσει άσχημα και η μητέρα μου –ήμουν 14 χρόνων– δεν με είχε αφήσει να πάω. Αλλά στις 28 Οκτωβρίου της ίδιας χρονιάς, πήγα στην εκδήλωση των φοιτητών στο Πεδίον του Αρεως, όπου στεφανώσαμε τα αγάλματα των αγωνιστών του ’21. Επειτα, οι φοιτητές είχαν πει: «Πάμε στο Πανεπιστήμιο». Ακολούθησα κι εγώ, αλλά στην οδό Χαριλάου Τρικούπη με έπιασε ένας Ιταλός καραμπινιέρος και άρχισε να με κλωτσάει, σπάζοντας τα γυαλιά που είχα στην πίσω τσέπη. Ηταν το πρώτο ξύλο που έφαγα στη ζωή μου, για λόγους εθνικής διαμαρτυρίας.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ
Ηταν κατά την επταετία, όταν ψάχναμε να βρούμε ποιοι ποιητές θα μας έσμιγαν με τις ρίζες της πατρίδας μας αλλά και με το σήμερα, οπότε εγώ έπεσα στους στίχους «η ψυχή μας/ τομάρι στην τάβλα/ με καρφιά και γάντζους,/ κάθε μέρα/ στα χέρια των κερδοσκόπων/», από τη συλλογή «Τα κύματα και οι φωνές» (1971), του Πρόδρομου Μάρκογλου. 

Και πράγματι, αγοράζοντας τότε το βιβλίο αυτό μαζί με τα προηγούμενά του αλλά και με όλα τα μέχρι σήμερα εκδοθέντα, το έργο του Μάρκογλου, στις πιο δύσκολες κοινωνικές στιγμές μας, με στηρίζει αφάνταστα, αφού είναι διάστικτο από μνήμες γεμάτες ανοιχτές πληγές της φυλής, αγώνες αδικαίωτους, προσφυγές, εμφυλίους, διωγμούς, με τη ζυγαριά να γέρνει πάντα, φυσικά, προς το μέρος των αδικημένων.

Ο λόγος του δε, χωρίς να παραμελεί την ερωτική διάθεση και τις υπαρξιακές αγωνίες του ανθρώπου, είναι λόγος «τίμιος», δραματικός, ηρέμως καταγγελτικός, γεμάτος οδύνη, μειλίχιος και σοφός, ενώ οι δυνατοί στίχοι του αχνοφέγγουν μέσα στα ποιήματα σαν πετράδια σε ακρογιάλι την ώρα της φυρονεριάς· τόσο για την ποιότητά τους όσο και γιατί ο δημιουργός τους είναι με ευλαβική προσήλωση αφιερωμένος σε ό,τι το «καθαρό», αλλά και σε ό,τι το ήθος του του υπαγορεύει ως σωστό· το ήθος του και μόνο το ήθος του.

ΓΛΥΚΕΡΙΑ ΜΠΑΣΔΕΚΗ
Διακόσια χρόνια μετά την αποκοτιά που μας έκανε πρώτα κράτος και μετά έθνος, εμείς που ερωτευτήκαμε τον Λόρδο Βύρωνα και πρωτοφιληθήκαμε στα λασπωμένα ηρώα μετά την παρέλαση, είμαστε ακόμη εδώ τραγουδώντας και κλαίγοντας. Είμαστε η Κυρα-Λένη από τα «Χρωμοτραύματα» του Σαχτούρη: «Η Κυρα-Λένη όλη μέρα τραγουδάει/δεν το καταλαβαίνει ότι κλαίει». Είμαστε με το ένα πόδι στη γιορτή, με το άλλο στο πένθος. Και με φως και με θάνατον, έτοιμοι για το μεγάλο τραγούδι και το ακόμα μεγαλύτερο κλάμα. Χαρούμενοι και θλιμμένοι. Μέσα κι έξω. Στο σπίτι και στον δρόμο. Οπως ο Γεώργιος, ο Υδραίος μπουρλοτιέρης προπάππος του Σαχτούρη, που ήσυχα ήσυχα έδενε φιογκάκια τους δυναμίτες του και γλιστρούσε απαλά στα νερά. Οπως ο δισέγγονός του, ο Κυψελιώτης Μίλτος, που ήσυχα ήσυχα έγραφε τα ποιήματά του και περίμενε αμέριμνος την έκρηξη.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΟΥΚΑΣ
«Το σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κι εκείνο»: όποτε τύχει ν’ αναλογιστώ την ποίηση ή το Εικοσιένα, είτε μαζί είτε χωριστά, επανέρχομαι σ’ αυτόν εδώ τον στίχο από το δεύτερο σχεδίασμα των Ελεύθερων Πολιορκημένων, αναζητώντας, ως έχει, παρηγοριά στην ασφαλή τρυφερότητα της μικροκλίμακάς του. Οι αφορμές των εορτασμών, εξάλλου, αμηχανία και μόνο προκαλούν, καθώς τους εκχωρούμε τη δική μας απόχρωση των πραγμάτων, στ’ όνομα μιας ενότητας εκβιασμένης κι ευκαιριακής, και υποχρεούμαστε να προσυπογράψουμε –ή, έστω, να υποστούμε– την άρχουσα αφήγηση και την αισθητική που την πλαισιώνει. Αλλού μπορούμε μόνο ν’ ανασάνουμε και να ξεγελαστούμε πως μείναμε ανέγγιχτοι: όταν θα έχουμε αποστρέψει το βλέμμα από το αδυσώπητο σύνολο. Οταν θα το εξασκούμε στην παρατήρηση, επικαλούμενοι την κάθε λεπτομέρεια, ζητώντας να την αναδείξουμε, προσδίδοντάς της όποιο επίχρισμα οφείλουμε. Εκεί αποδεχόμαστε τον τόπο μας, για να τολμήσουμε μια ταύτιση μαζί του και, δίχως δισταγμό, την ομορφιά του να εκφράσουμε. Εκεί αποκτά το νόημά της η ανεξαρτησία της ποίησης, εκεί, και μόνο εκεί, θα βρίσκουμε την άνοιξη.