ΒΙΒΛΙΟ

Ο Λορεντζάτος πέρα από αγκυλώσεις

Μια εις βάθος προσέγγιση του ακατάτακτου στοχαστή με τους πολλούς θαυμαστές, ο οποίος δέχθηκε, όμως, και επικρίσεις

Ο Λορεντζάτος πέρα από αγκυλώσεις

ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ (επιμ.)
Ζήσιμος Λορεντζάτος 
εκδ. Ιδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, 2020, σελ. 97

Ο Λορεντζάτος πέρα από αγκυλώσεις-1Δύο σχεδόν δεκαετίες μετά τον θάνατο του Ζήσιμου Λορεντζάτου (1915-2004), η θέση του στα ελληνικά γράμματα παραμένει ασταθής ή αντιλεγόμενη. Aραγε υπήρξε κατά βάση κριτικός, με διεισδυτικές, μάλιστα, μελέτες για τον Σολωμό, τον Σεφέρη, τον Ζιντ ή τον Πάουντ – ή ένας ακατάτακτος στοχαστής που, παραβιάζοντας συχνά τα φιλολογικά πρωτόκολλα, έθεσε τη λογοτεχνία ενώπιον ριζικών πνευματικών διλημμάτων; Η αξία του βρίσκεται στις ιδέες του ή στη δοκιμιακή του γραφή με το κουβεντιαστό ύφος, μία σπάνια ικανότητα συμπύκνωσης του υψηλού και του καθημερινού αλλά και έναν κατά τόπους παρωχημένο δημοτικισμό; Η εμβληματική αναζήτηση του «χαμένου κέντρου» συνιστά προφητεία ή οπισθοδρόμηση; 

Πώς είναι δυνατόν, από τη μία ο Ντέιβιντ Ρικς να χαρακτηρίζει τον Λορεντζάτο «τον σημαντικότερο άνθρωπο των γραμμάτων στην Ελλάδα» ή ο Κωστής Παπαγιώργης να υποστηρίζει ότι «το λορεντζατικό έργο θα πρέπει να αποτελεί την πρωτοβάθμια, τη δευτεροβάθμια και την ανώτατη εκπαίδευση» κάθε νέου λογοτέχνη – και συγχρόνως το ευρύ αναγνωστικό κοινό να τον αγνοεί, ορισμένοι μαθητές του να τον εγκλωβίζουν σε νεορθόδοξες αναγνώσεις και οι επικριτές του να τον εγκαλούν για ελληνοκεντρισμό, μακρυγιαννισμό και παλινδρόμηση σε μία προνεωτερική θρησκευτικότητα;

Την ανάγκη της απελευθέρωσης του Λορεντζάτου από τις θετικές ή αρνητικές αυτές αγκυλώσεις εκπληρώνει ο μικρός τόμος που κυκλοφόρησε από το Iδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία στη σειρά «Πρόσωπα Aξια Τιμής» και συγκεντρώνει τρεις μελέτες που δεν αποφεύγουν αλλά αντίθετα επικεντρώνονται στα «δύσκολα» ερωτήματα που υποβάλλει το έργο του – συνδυάζοντας τη θερμή και εις βάθος εξοικείωση με τον τιμώμενο, με το προνόμιο να μη διαβάζουν τα γραπτά του λορεντζατικά. 

Μετά τον πρόλογο του επιμελητή της έκδοσης Σταύρου Ζουμπουλάκη που συμπυκνώνει επιγραμματικά όλες σχεδόν τις όψεις της προσωπικότητας και του έργου του Λορεντζάτου, ο Μανόλης Παπουτσάκης, στην πυκνή και γεμάτη απρόσμενες διακλαδώσεις μελέτη: «Σεφέρης και Λορεντζάτος: Ο “αγνοημένος δρόμος” και “ο μακρύτερος δρόμος”», φωτίζει κρίσιμες στιγμές του διαλόγου ανάμεσα στον ποιητή και τον δοκιμιογράφο (ίσως τον μόνο εγχώριο συνομιλητή του που ο Σεφέρης αναγνώριζε ως ισότιμο) μέσα από δύο εκφράσεις –τον «αγνοημένο δρόμο» και τον «μακρύτερο δρόμο»– που απαντούν στην αλληλογραφία τους αλλά και στα Τρία Κρυφά Ποιήματα και τα Collectanea, εστιάζοντας στις μεταξύ τους εντάσεις ή παρανοήσεις. Ο Παπουτσάκης διαβάζει ακόμα τους σεφερικούς στίχους για τους «συντρόφους» που «είχαν τρελάνει» τον ποιητή με «τηλεσκόπια που μεγάλωναν πράγματα» (Πάνω σε μια χειμωνιάτικη αχτίνα, Γ΄) ως πλάγια επίκριση στις προγραμματικές εξαγγελίες του Λορεντζάτου την εποχή της μεταφυσικής στροφής του. 

Στη δεύτερη μελέτη, «Η κριτική της Ιστορίας στη Μικρά Σύρτι του Ζήσιμου Λορεντζάτου», ο Γιάννης Δημητρακάκης, με τη γνωστή διαύγεια και ακριβολογία του, επιστρέφει στο συνθετικό εκείνο ποίημα που γράφτηκε το 1953 στο σπίτι του Φίλιπ Σέρραρντ στο βόρειο Λονδίνο –απηχώντας, μεταξύ άλλων, και το πνεύμα του κύκλου του Χάιγκεϊτ που περιγράφει θαυμάσια ο Ελίας Κανέτι στην αυτοβιογραφία του– και αργότερα αποκηρύχθηκε από τον δημιουργό του. Ο Δημητρακάκης κατανοεί τη Μικρά Σύρτι ως μία χειρονομία άρνησης της Ιστορίας, την οποία ο ποιητής θεωρεί «φορέα αποξένωσης του ανθρώπου από το θείο». Επίσης, αθροίζει στις επιρροές του Λορεντζάτου και τον Ρουμάνο θρησκειολόγο Μιρτσέα Ελιάντε, ειδικά το βιβλίο του «Ο Μύθος της αιώνιας επιστροφής: Αρχέτυπα και επανάληψη» που ο Λορεντζάτος μάλλον γνώριζε από την εποχή της πρώτης κυκλοφορίας του στο Παρίσι όπου ήταν και ο ίδιος εγκατεστημένος (1949). Πάντως, αρκετές ενότητες του ποιήματος (όπως κατεξοχήν οι στίχοι 466-475, 958-969) δεν είναι διαποτισμένες μόνον από τη «νοσταλγία των απαρχών» που ορθά εντοπίζει αλλού ο Δημητρακάκης, αλλά μάλλον αναμένουν με βεβαιότητα μία εσχατολογική έκρηξη. 

Τέλος, στην τρίτη μελέτη του τόμου, ο Σταύρος Ζουμπουλάκης διακρίνει, χρησιμοποιώντας λεπτά αλλά αιχμηρά εργαλεία, τις ποικίλες εκδοχές της «Ελλάδας του Λορεντζάτου» – τον ίδιο τον τόπο, στη συνέχεια τον απλό «λαό» του προφορικού πολιτισμού και «της αγροτικής διάρθρωσης της ζωής» και θεματοφύλακα μιας εμπράγματης μεταφυσικής, και, τέλος, την ελληνική γλώσσα και παράδοση. 

Η ανάγνωση του Ζουμπουλάκη απαλλάσσει τον Λορεντζάτο, ίσως και διά παντός, από την κατηγορία του ελληνοκεντρισμού, υπενθυμίζοντας και την απόλυτη λορεντζατική απόρριψη του παπαρρηγοπούλειου σχήματος της τριμερούς ενότητας και συνέχειας του ελληνικού έθνους (θα προσέθετα, και της ίδιας της έννοιας του έθνους: Μελέτες Ι, 188-191, 501, 546 κ.α.) και επιμένοντας καταληκτικά στην ισόβια προσήλωση του δοκιμιογράφου στο πνεύμα της «philosophia perrenis», όπως εκφράστηκε από τον «αποθησαυριστή της» (Collectaneum 721) Ανάντα Κουμαρασουάμι: στον σεβασμό όλων των πνευματικών παραδόσεων που αναζητούν την ίδια μεταφυσική ρίζα της ζωής – ρίζα «υπερεθνική και υπεριστορική, δηλαδή πνευματική» (Μελέτες Ι, 191).  
 
* Ο κ. Δημήτρης Καράμπελας είναι ιστορικός του Δικαίου και δοκιμιογράφος.