ΒΙΒΛΙΟ

Η ομορφιά που γίνεται

i-omorfia-poy-ginetai-561333715

ΕΙΡΗΝΗ ΚΙΤΣΙΟΥ
Το φίδι του Πλίνιου
εκδ. Αντίποδες, σελ. 120
 
i-omorfia-poy-ginetai0Κληματαριές, βελανιδιές, ακροποταμιές, ρεματιές, κορυφογραμμές, κουφοξυλιές, συννεφιές. Τόσο η χλωρίδα όσο και η πανίδα υπεραφθονούν στα διηγήματα της Ειρήνης Κίτσιου (Κόνιτσα, 1956), που επανεμφανίζεται στην πεζογραφία έπειτα από δεκατρία χρόνια. Οι αφηγητές, βιρτουόζοι της ενατένισης, αναζητούν στη φύση την ιδεατή ομορφιά, η οποία σύμφωνα με την καλλιτεχνική τους ιδιοσυγκρασία δεν είναι ποτέ φυσική, παρά μόνο τεχνητή. Στο ομότιτλο της συλλογής πεζό, η ηρωίδα εισδύει στα έγκατα μιας κληματαριάς και με τον νου της αναφωνεί: «Αν μου δινόταν η ευκαιρία, θα ’κλωθα εδώ πέρα τις εξωφρενικές μου ιστορίες στην εντέλεια». Η κληματαριά δεν ήταν κληματαριά. «Ονειρο ήταν, όνειρο πλεγμένο με κληματόβεργες και τσαμπιά».

Κάνοντας έναν περίπατο στην ακροποταμιά, ένας ζωγράφος συλλογίζεται την αγιογράφηση μιας εκκλησίας. Ούτε οι λεύκες και οι φτελιές, ούτε οι ανεμώνες, ούτε οι βουνοκορφές, τίποτα δεν παρηγορούσε την καλλιτεχνική του αγωνία. Η ψυχή του ήταν παγιδευμένη σε ένα κουαρτέτο του Τσαϊκόφσκι, μια μουσική κλαψιάρικη που απηχούσε την εικαστική του οδύνη. Στο επιλογικό, ενάλιο πεζό, μια γυναίκα ερεθισμένη από τη μελαγχολία ενός άγνωστου άνδρα, εύχεται να μπορούσε να του έφερνε εκεί μπροστά του έναν πιανίστα για να του παίξει το δεύτερο κονσέρτο για πιάνο του Σοστακόβιτς, «όπου μοιάζει να ξεπηδά ένας κόμπος λύπης, όπως ένας λυγμός». Καθώς, όμως, με κανένα τερτίπι της δεν κατάφερνε να τον ψυχαγωγήσει, άρχισε να εξυφαίνει εναντίον του «συγχορδίες πολύ απειλητικές».

Στην «Αρκουδοφωλιά», το πιο συνταρακτικό πεζό της συλλογής, ο ήρωας παρατηρεί τον πατέρα του που πεθαίνει. Είχε την αίσθηση πως μέσα από το στήθος του ετοιμοθάνατου ακουγόταν ένα αντάτζιο του Μπρίτεν, τύμπανο και βιολοντσέλο. «Στις σιωπές του τυμπάνου –όλο και μεγάλωναν– σε ξάφνιαζε η αταξία του βιολοντσέλου με την παραφορά του και τις ανώφελες υφέσεις». Περισσότερο, όμως, από αυτή την ένσαρκη μουσική, γοητευόταν από «την ιδέα του ίδιου του θανάτου», ο οποίος εντέλει τον απογοητεύει. Το πρόσωπο του νεκρού αποδείχθηκε άθλια κακοτεχνία. Η γυναίκα, πάλι, που μπήκε στην κληματαριά, σκεφτόταν πως από εκεί μέσα έλειπε «παντελώς η ιδέα κάθε θανάτου».

Οπως μαρτυρούν οι πλεοναστικές αναφορές σε συγγραφείς, ζωγράφους και συνθέτες, τα πρόσωπα του βιβλίου θύουν εκθύμως στην τέχνη. Το βλέμμα τους έχει την έπαρση και τη φαντασιοπληξία του δημιουργού, λαχταρά την ομορφιά που δεν προϋπάρχει, αλλά γίνεται. Χαρακτηριστικό είναι το τελευταίο διήγημα, όπου η ακατανόητη φιλονικία ανάμεσα στη γυναίκα και στον άνδρα εδράζεται στην επιμονή τους να αφηγηθούν την ίδια ιστορία, αλλά καλύτερα. Αντίθετα, στον «Καθηγητή Τουλπ», όπου κυριαρχεί ο Ρέμπραντ και το «Μάθημα ανατομίας» του, το σωματικό βάσανο συναρμόζεται έξυπνα με την καλλιτεχνική ευρυμάθεια της αφηγήτριας. Εγκαταλελειμμένη σε έναν ζοφερό διάδρομο νοσοκομείου, όπου αντηχούσε «η κλαψιάρικη εσπερινή κραυγή» των ορτυκιών, η άρρωστη επικαλείται τον Μπέκετ, τον Φώκνερ, τον Κόνραντ, τον Σαίξπηρ, τον Μιχαήλ Αγγελο και τον Ρενουάρ, για να ξεχνά το σώμα της που ήταν όλο φόβος και τρόμος· «γιατί διαφορετικά θα έβαζα κάτι κλάματα, μα κάτι κλάματα…». 

Τοποθετώντας τους ήρωες σε βουκολικά τοπία, οργωμένα από το υνί του θανάτου, η Κίτσιου τούς μυεί στην παραμυθία της φαντασμαγορίας και της φρεναπάτης. Εκείνο που μετράει είναι ό,τι δεν συμβαίνει, ό,τι αποκρύπτεται. Ο,τι αξίζει είναι το όνειρο που ανθοβολεί από ένα αμελητέο φυλλαράκι. Από μια κληματαριά ξεπηδά η «Φυσική Ιστορία» του Πλίνιου και από το γραφικό Λυκοβούνι εφορμά ο Αγιος Βαρθολομαίος στην Καπέλα Σιστίνα. Η φύση μεταμορφώνεται σε εκμαγείο της τέχνης και τα διηγήματα της Κίτσιου σε εφαλτήρια ονειροπολήσεων.