ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η Νέα Υόρκη πριν από μισό αιώνα

Η ζωή, η καθημερινότητα, οι αντιθέσεις, η αύρα της αμερικανικής μεγαλούπολης το 1971, μέσα από τα μάτια ενός Ελληνα

i-nea-yorki-prin-apo-miso-aiona-561347875

Ηταν μια παγωμένη νύχτα εκείνη της 25ης Μαρτίου 1971 που το αεροπλάνο της TWA προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο «Κένεντι» της Νέας Υόρκης. Απ’ το Aμστερνταμ. Oπου είχα φθάσει με τρένο μια μέρα πριν. Eφευγα απ’ την Ελλάδα. Δεν με κυνηγούσε κανείς. Ακολουθούσα την καρδιά μου. Eφευγα απ’ τη χούντα για να πάω να βρω μια Αμερικανίδα που τυχαία είχα γνωρίσει (και ερωτευθεί) το 1969 στην Αθήνα. Το πώς τη γνώρισα, πώς απέκτησα τα χρήματα για το εισιτήριο για την Αμερική καθώς και πώς πήρα την τουριστική βίζα, ανήκουν σε σφαίρα καλπάζουσας φαντασίας που δύσκολο να την ακολουθήσει κανείς. Κόντευα να τελειώσω τη Νομική, αλλά έφευγα να πάω να δω την επανάσταση που θα ξεκινούσε απ’ την Αμερική: άκουγα Γούντι Γκάθρι, Τζόαν Μπαέζ, Μπομπ Ντίλαν, Τζίμι Χέντριξ, Τζάνις Τζόπλιν, Τζον Κολτρέιν, Τελόνιους Μονκ, Μάιλς Ντέιβις, Blood Sweat and Tears κι όλο το κακό συναπάντημα του Γούντστοκ. Διάβαζα Χένρι Μίλερ, Aλεν Γκίνζμπεργκ, Τζακ Κέρουακ, Μπουκόφσκι. Eβλεπα «Ζαμπρίνσκι Πόιντ» του Αντονιόνι και «Φράουλες και αίμα» του Στ. Χάγκμαν. Συν ο απόηχος του Μάη του ’68. Hμουν τόσο σίγουρος πως η επανάσταση θα ξεκινούσε απ’ την Αμερική, ώστε δεν ήθελα με τίποτε να χάσω την πρεμιέρα.

Mε 17 δολάρια στην τσέπη

Φθάνοντας στη Νέα Υόρκη είχα στην τσέπη μου 17 δολάρια και στη βαλίτσα Σεφέρη, Ρίτσο, Ελύτη και το μυθιστόρημα «Το όνομά μου ας είναι Γκάντενμπαϊν» του Μαξ Φρις. Την άλλη μέρα το πρωί έπιασα δουλειά σε μαγαζί με τουριστικά στην 5η Λεωφόρο, απέναντι από το Empire State Building. Εργάστηκα ένα μήνα, όσο χρειαζόταν για να βγάλω χρήματα να αγοράσω το χωρίς επιστροφή εισιτήριο για το Σαν Φρανσίσκο που ήταν ο προορισμός μου. Tο δε πρώτο μου βράδυ, είχα την τύχη να με ανεβάσει στην κορυφή του Empire State Building ένας από τους νυχτοφύλακες του κτιρίου που ήταν συμπατριώτης μου από την Τήνο, ο Αρτέμης Κορνάρος. Αντίκρισα πανοραμικά τη νυχτερινή Νέα Υόρκη απ’ τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Ενιωσα σαν επαρχιώτης στην Ομόνοια. Ενιωσα όπως είχα νιώσει το 1957 που είχα έρθει πρώτη φορά στην Αθήνα και αντίκρισα, μέσα απ’ το πλοίο, τα λαμπυρίζοντα φώτα, τις διαφημίσεις νέον και τα χιλιάδες αυτοκίνητα, χαράματα στο λιμάνι του Πειραιά.

i-nea-yorki-prin-apo-miso-aiona0
1971. Το δεύτερο Gay Pride της Νέας Υόρκης, στις 27 Ιουνίου. Η παρέλαση ξεκίνησε από το Βίλατζ και κατέληξε ψηλά στο Σέντραλ Παρκ.
Φωτ. A.P. PHOTO

Το 1971 στη Νέα Υόρκη από ελληνικής καλλιτεχνικής πλευράς μεσουρανούσαν οι ζωγράφοι και γλύπτες Θεόδωρος Στάμος, Χρύσα Ρωμανού, Στιβ Αντωνάκος, Νάσος Δάφνης, Ελένη Μυλωνά, Πίτερ Βούλκος, Λουκάς Σαμαράς, Γιάννης Ιορδανίδης και ο φωτογράφος Κωνσταντίνος Μάνος, πολλοί εκ των οποίων αργότερα με τίμησαν με τη φιλία τους. Μεσουρανούσαν στον κόσμο της τέχνης της Νέας Υόρκης και όχι της ομογένειας. Ο Μανχατανάς ποιητής Νικόλαος Κάλας, στον οποίο τηλεφώνησα έπειτα από προτροπή του Νίκου Καρύδη (Ικαρος) και του Νάνου Βαλαωρίτη, δεν είχε καμία επαφή με την ομογένεια. Στους Αμερικανούς δεν ήταν γνωστός ως ποιητής αλλά ως τεχνοκριτικός, ένας Ευρωπαίος θεωρητικός με διεισδυτική ματιά που προσπαθούσε να γεφυρώσει σουρεαλισμό με υπαρξισμό, ένας είρων του μοντερνισμού, τον οποίο κατηγορούσε πως, από επαναστατικό κίνημα στη δεκαετία του ’30, είχε διαβρωθεί και είχε καταντήσει σκέτη κοινοτοπία. Εχαιρε μεγάλης εκτίμησης στους αμερικανικούς κύκλους. Ο άλλος Νίκος της ποίησης της Νέας Υόρκης ήταν ο Σπάνιας, ο οποίος με το ψευδώνυμο Ζανής Ζακυνθινός είχε ραδιοφωνικό πρόγραμμα στον μεγάλης εμβέλειας ραδιοφωνικό σταθμό WEVD (ο εβραϊκός σταθμός της Νέας Υόρκης που υπενοικίαζε χρόνο σε εθνικές μειονότητες), σε συνεργασία με τον επίσης ποιητή και μεταφραστή Θεοδόση Αθα. Στη Νέα Υόρκη το 1971 ζούσαν και οι ποιητές Ρεγγίνα Παγουλάτου, Ελένη Παϊδούση, Ρήγας Καππάτος και Γιώργος Γιάνναρης, ενώ απέναντι, στο Νιου Τζέρσεϊ, έμενε και ο καθηγητής Αντώνης Δεκαβάλλες. Την ίδια χρονιά, στο πλαίσιο του ετήσιου συνεδρίου της American Language Association, έγινε σε ξενοδοχείο του Μανχάταν σειρά ομιλιών της νεοπαγούς εταιρείας Modern Greek Studies Association, δημιούργημα των πανεπιστημιακών Τζον Ιατρίδη, Εντμουντ Κίλι και Πίτερ Μπίεν. Θυμάμαι, και μου είχε κάνει αλγεινή εντύπωση, η σφοδρή επίθεση – παρέμβαση του Κώστα Ταχτσή στον Γιάννη Ρίτσο. Ηταν τόσο σφοδρή, που ο κόσμος σηκώθηκε επάνω και του ζήτησε να σταματήσει επιτέλους να μιλάει. (Επίθεση στον Γιάννη Ρίτσο έκανε και ο Κάλας τον Δεκέμβριο του 1978, σε συζήτηση που είχαμε οι δυο μας στο διαμέρισμά του στο Μανχάταν: ως τροτσκιστής και φροϋδομαρξιστής ο ίδιος, έβγαινε στον Ρίτσο από αριστερά και τον μεμφόταν ως καθεστώς, ενώ ο Ταχτσής είχε κάνει επίθεση στον Ρίτσο επειδή τον θεωρούσε φλύαρο ποιητή. Ομως εγώ νομίζω πως τον ζήλευε, επειδή τα βιβλία του Ρίτσου υπήρχαν σε αμερικανικά βιβλιοπωλεία, ενώ το δικό του «Τρίτο στεφάνι», σε έκδοση τσέπης Penguin, είχε πιάσει πάτο στις πωλήσεις και είχε πάρει την άγουσα για πολτοποίηση…)

Η Νέα Υόρκη ήταν τότε η μεγάλη φτωχομάνα του κόσμου – αλλά και των ακραίων κοινωνικών αντιθέσεων, όπου συνυπήρχαν, όχι αρμονικά, οι δύο όψεις της Αμερικής: απ’ τη μία οι άστεγοι, απ’ την άλλη η απόλυτη χλιδή. Οι χρηματιστές από εδώ, οι μετανάστες από εκεί. Οι κοινωνικά ξέμπαρκοι που αγωνίζονταν για τον επιούσιο και για ένταξη στο αμερικανικό όνειρο απ’ τη μία, οι οικονομικές ελίτ που ήξεραν πώς να βγάζουν μπόλικο χρήμα και που έμεναν στο Χάντσον Βάλεϊ και στο Κονέκτικατ απ’ την άλλη. Ομως οι ζωές όλων ανατέμνονταν ισότιμα. Το 1971, αν είχες όρεξη για δουλειά, κάτι θα έβρισκες. Και μπορούσες να ζήσεις με λίγα και να μπεις στον προθάλαμο που θα σε οδηγούσε στη μεσαία τάξη. 

i-nea-yorki-prin-apo-miso-aiona2
«Περπατώντας στο Μανχάταν ένιωθα από παντού την αύρα της μεγαλούπολης, με συνάρπαζε η μεγαλοπρέπεια της πρωτεύουσας του 20ού αιώνα».

Περπατώντας στο Μανχάταν ένιωθα δέος κοιτάζοντας ψηλά τους ουρανοξύστες να τρυπάνε τον ουρανό, ένιωθα από παντού την αύρα της μεγαλούπολης, ένιωθα σημαντικός που με συνάρπαζε η μεγαλοπρέπεια της πρωτεύουσας του 20ού αιώνα, με τα δυο της ποτάμια στα πλευρά της, τον Χάντσον και τον Ιστ, να την κανακεύουν. Τη δε μία και μοναδική φορά που είχα ανέβει στην κορυφή ενός από τους Δίδυμους Πύργους, ένιωθα το κτίριο να κουνιέται, να πηγαίνει μπρος-πίσω. Τρόμαξα προς στιγμήν. Αλλά με καθησύχασε η συνοδός μου λέγοντας πως έτσι είχαν σχεδιαστεί οι Δίδυμοι Πύργοι, ώστε με τα δυνατά ρεύματα του αέρα να ταλαντεύονται για να μην κοπούν στα δύο. 

Λεγόταν τότε ότι αν δεν αναγνωριστείς ως συγγραφέας, ζωγράφος, ηθοποιός, συνθέτης στη Νέα Υόρκη, δεν είσαι τίποτα στην Αμερική. Εννοούσαν ότι αν δεν κάνεις έκθεση σε μια από τις γκαλερί της, αν δεν γραφτεί κριτική για ένα βιβλίο σου στους New York Τimes, στο περιοδικό New Yorker ή στην επιθεώρηση New York Review of Books, αν δεν παιχτεί έργο σου έστω και off Broadway, δεν έχεις μέλλον. Σου αρκούσε μια βόλτα στην 5η Λεωφόρο, απ’ το Χάρλεμ έως χαμηλά τη Γουόλ Στριτ, για να αντιληφθείς τη δυναμική της πόλης. Μουσεία, πάρκα, μαγαζιά, γκαλερί, εστιατόρια, πολυκαταστήματα, όπως τα Macy’s, Sacks Fifth Avenue, Tiffany, JC Penny, συγκροτούσαν έναν πολύβουο, σφριγηλό, φανταχτερό ιστό, μέσα στον οποίο παρασυρόσουν και βούλιαζες σαν σε όνειρο.

i-nea-yorki-prin-apo-miso-aiona4
Ο ποιητής Ντίνος Σιώτης. «Εφευγα απ’ τη χούντα για να πάω να βρω μια Αμερικανίδα που τυχαία είχα γνωρίσει (και ερωτευθεί) το 1969 στην Αθήνα».

Συγγραφείς και καλλιτέχνες

Για τζαζ υπήρχαν το Fez στην οδό Λαφαγιέτ και το Half Note στην οδό Χάντσον (έκλεισε το 1972). Οι καλοί και διάσημοι συγγραφείς, καλλιτέχνες και δημοσιογράφοι που κατοικοέδρευαν στη Νέα Υόρκη έτρωγαν στο Elaine’s στη 2η Λεωφόρο (έκλεισε το 2011) και συναντιόνταν για ποτό, κουτσομπολιό και εκτόξευση δηλητηριωδών βελών στο Algonquin Hotel στην 44η Οδό. (Ο κύκλος συγγραφέων «Algonquin Round Table», με επίκεντρο την Ντόροθι Πάρκερ, μόλις είχε κλείσει τον μακρύ κύκλο του, αλλά πρόλαβα και ήπια ένα μαρτίνι στο πατάρι του Algonquin Hotel, όπου είχαν καθίσει μεγάλα ονόματα.) Oι δε εκτός Νέας Υόρκης συγγραφείς και καλλιτέχνες, έμεναν στο θρυλικό και μποέμικο Chelsea στην 23η Οδό. Από βιβλιοπωλεία, πριν από την επέλαση των αλυσίδων που κατέστρεψαν μέρος της αναγνωστικής κουλτούρας, οι ψαγμένοι αναγνώστες πήγαιναν στο Scribner’s, αχανές, με μια αρχοντιά που θύμιζε τη Δημόσια Βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης, στο Gotham Book Mart, με έντονο το άρωμα της κλεισούρας αλλά και χώρο για εκθέσεις στον ημιώροφο, στο Strand επί της Μπρόντγουεϊ, με ατελείωτους πάγκους βιβλίων από δεύτερο χέρι έξω στον δρόμο, και στο 8th Street Bookstore στην περιοχή Βίλατζ για τον φοιτητόκοσμο.

Πολλά, πάρα πολλά έχουν αλλάξει τα τελευταία πενήντα χρόνια στο Μανχάταν. Νομίζω η μεγαλύτερη αλλαγή ήταν εκείνη που έφερε η τρομοκρατική επίθεση στους Δίδυμους Πύργους στις 11 Σεπτεμβρίου 2001. Οι τότε πληγές μπορεί να μην επουλώθηκαν πλήρως, όμως η Νέα Υόρκη εξακολουθεί να παραμένει η πιο ζωντανή, πιο μαγική, πιο γοητευτική, πιο λαμπερή μεγαλούπολη του κόσμου, όνειρο κάθε μετανάστη.