ΒΙΒΛΙΟ

Ζωή, το κυνηγητό με τον κίνδυνο

Η νέα συλλογή του Στάθη Κουτσούνη θεάται τον κόσμο γνωρίζοντας πως η απόλαυση της όποιας νίκης είναι τελικά ανώφελη

zoi-to-kynigito-me-ton-kindyno-561388897

ΣΤΑΘΗΣ ΚΟΥΤΣΟΥΝΗΣ
Στου κανενός τη χώρα
εκδ. Μεταίχμιο, 2020, σελ. 45

zoi-to-kynigito-me-ton-kindyno0Η νέα ποιητική συλλογή του Στάθη Κουτσούνη με τίτλο «Στου κανενός τη χώρα» και μότο το του Ευριπίδη «τόδ’ ήμαρ ημίν κύριον» («Ορέστης», στ. 1035) περιλαμβάνει 32 ποιήματα, στα οποία ξεδιπλώνεται ποιητικά η βαθύτερη σκέψη του ποιητή και αναδύεται η προσωπική ιδιαίτερη φωνή του, μια «άλλη φωνή» που με τον χρόνο παίρνει νέα κατεύθυνση αλλά και εντονότερο ρυθμό. Η συλλογή του, έβδομη μετά τις «Σπουδές για φωνή και ποίηση» (1987), τον «Τρύγο αιμάτων», τις «Παραλλαγές του μαύρου», την «Τρομοκρατία της ομορφιάς», τα «Εντομα στην εντατική» και τα «Στιγμιότυπα του σώματος» (2014) του επιτρέπει να πραγματώσει ό,τι σε παλαιότερη συνέντευξή του είχε ομολογήσει, πως γράφει δηλαδή «για να ζήσει την άλλη όψη των πραγμάτων». 

Φιλόλογος με σπουδές Νομικής και Κλασικής Μουσικής, ο ποιητής μεταφέρει τον αναγνώστη του στου κανενός τη χώρα, με την αδιαπέραστη σιωπή και τον άνθρωπο, παρ’ όλα αυτά να συνεχίζει να ονειρεύεται την απόδρασή του, σκηνή «σαν βγαλμένη από ταινία». Ηδη από το πρώτο ποίημα («στο σχοινί») ο αναγνώστης βιώνει ένα είδος κατάδυσης στον Αδη: «Νερά του ποταμού θολά / κι από πουλί ούτ’ ένας ήχος / όρνια μονάχα κρώζουνε / τροχίζοντας τα ράμφη τους / κι ο αέρας του χτενίζει τα μαλλιά / και τον μαλώνει μουρμουρίζοντας / απ’ τη δική του όμως τη μεριά / τίποτα δεν σκιρτά / στου κανενός τη χώρα / ήδη τρεις μέρες ανεμίζει στο σκοινί (…)». 

Τι τον περιμένει αλήθεια μέσα σ’ ένα τοπίο χάους, όπου γυναίκες δίχως πρόσωπο πασχίζουν να βγουν από το κάδρο τους και όπου τα πόδια του τραπεζιού βγάζουν ρίζες τρυπώντας το πάτωμα; Τι προσδοκά ακούγοντας τον πένθιμο χτύπο της καμπάνας σαν σφυρί να του θυμίζει «τα χρόνια του πεθαμένου που ξεκόλλησαν απ’ το σώμα του και πέφτουν ένα – ένα κέρματα στο τσιμέντο;». Στην αιωνιότητα ωστόσο, ο χρόνος είναι περιττός, γίνεται «ο μοιραίος σαλπιγκτής του κανενός». Τη ζωή χαρακτηρίζει «το κυνηγητό με τον κίνδυνο» και το «Χρονικόν ενός προαναγγελθέντος θανάτου»: λοξά το μάτι μου την πήρε / μπεκάτσα που ξέφυγε απ’ τα σκάγια / να ξαποσταίνει πάνω σ’ ένα βιβλίο / – ποιος ξέρει τι σχέδια καταστρώνοντας – / ώσπου ακούστηκε ο κρότος / και μαύρο παχύρρευστο ζουμί / απλώθηκε στην άκρη του οπισθόφυλλου / τίναξα το βιβλίο και το γύρισα / Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες / «Χρονικόν ενός προαναγγελθέντος θανάτου».

Τέσσερα ποιήματα της συλλογής επιγράφονται «νεκρές φύσεις» και υποβάλλουν την προσπάθεια για αναγνωρισιμότητα της ίδιας της φύσης που την πολεμά η αυταπάτη του χρόνου, παραπέμποντας στον «Κήπο με τις αυταπάτες» του Οδυσσέα Ελύτη. 

Γιατί, όπως στους ελύτειους στίχους η φύση καταδεικνύει δραστικά το σκοτάδι, έτσι και στου κανενός τη χώρα «το νεκρό σπουργίτι» ή «ο κοκαλωμένος λαγός στου κυνηγού μπροστά τον προβολέα» καταγράφει τον πόνο εκείνου του χωρίς πατρίδα παιδιού «που το ξέβρασε η θάλασσα μελανιασμένο μπρούμυτα στην ακτή». Μπροστά σ’ ένα παρόν «γεμάτο διαψεύσεις» και σ’ ένα «ξεθωριασμένο μέλλον» που το μόνο που επιτρέπει στον άνθρωπο είναι να αρκείται στα «μικρά του τρόπαια» και να «γεύεται μέχρι το μεδούλι την ηδονή» μόνον από αυτά, ο ποιητής μοιάζει να πιστεύει (και καθόλου άδικα) ότι η ποίηση δεν είναι απλώς τα ποιήματα αλλά και το ίδιο το βλέμμα που επαναπροσδιορίζει τα πράγματα και τις ιδέες. Η αλληγορία της ποίησης και μάλιστα της μυθοπλαστικής λειτουργεί η ίδια ως απάντηση στην πραγματική εικόνα που βγαίνει από το ποιητικό κείμενο. Ο ποιητής εκχωρεί τη ζωή και το ταλέντο του στον γοητευτικά περίπλοκο κόσμο ενός έργου που χώρος του είναι η εσωτερικότητα, το έσω. Ενα τέτοιο έργο θεάται τον κόσμο (έστω και με παραμορφωτικό καθρέφτη), γνωρίζοντας πως η απόλαυση της όποιας νίκης είναι τελικά ανώφελη. Σε αυτό ακριβώς χρωστά η ποίηση του Στάθη Κουτσούνη τη μαγεία της.