ΒΙΒΛΙΟ

Μία από τα ίδια

mia-apo-ta-idia-561389659

ΚΩΣΤΑΣ ΠΟΥΛΟΣ
Αμφίβια τέρατα
εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 160

mia-apo-ta-idia0«Κάθε μέρα, κάθε μέρα. Κάθε μέρα τα ίδια». Ενα ανόητο, ανιαρό πηγαινέλα, σκέτη παλινωδία, ματαιοπονία. «Σιγά σιγά, λίγο λίγο». Η φθορά διαχέεται στάγδην, «μέσα σε αυτό το σιγά σιγά, το λίγο λίγο». Στις πρωτοπρόσωπες εκμυστηρεύσεις τους οι διηγηματογραφικοί ήρωες του Κώστα Πούλου αναχαράζουν την κοινοτοπία της αληθινής ζωής, φυλάσσοντας όμως στις διηγήσεις τους το ξάφνιασμα μπροστά στην επέλαση της εξαίρεσης. Το εξαιρετικό είναι συνήθως κακό, ένας αιφνίδιος χαμός, ένα μοιραίο ράγισμα, μια θηλιά σε ένα κλαδί. Το άξαφνο κακό διαταράσσει την ατονικότητα της καθημερινότητας, οδηγώντας τη ακαριαία στη διαπασών. Ο συγγραφέας εύστοχα χαρακτηρίζει τα πρόσωπα των ιστοριών «αμφίβια τέρατα», καθώς κατοικούν τόσο στην ξέρα του οικείου όσο και στη δίνη του αδόκητου. Πλάσματα υβριδικά, που επιζούν μισά μέσα μισά έξω από την πραγματικότητα.
Ενα κορίτσι σκοτώνεται σε τροχαίο και διαμιάς αποδημεί στην κορνίζα που προόριζε η γιαγιά της για τη δική της αποδημία. Ενας άντρας στοιχειώνεται από το κλαδί ενός δέντρου, απ’ όπου είχε κρεμαστεί ο πατέρας του. Κρατώντας στο χέρι τη θηλιά κατευθύνεται προς το κλαδί, που απλωνόταν προς το μέρος του «σαν τεράστιο μπράτσο τεντωμένο», αλλά ως εκ θαύματος το δέντρο απέτρεψε την κληροδοτημένη αυτοχειρία. Ενα ποτήρι ραγίζει από την απελπισία του ιδιοκτήτη του μέχρι που η λύπη το κάνει θρύψαλα. Ενας πότης παρατηρεί το είδωλό του στον πάτο του ποτηριού που χάσκει σαν στόμιο πηγαδιού. «Με μια τιποτένια, απότομη και μαζί απονενοημένη κίνηση, σαν μικρό άλμα, πηδάει μέσα στο αχόρταγο ποτήρι, που εδώ και καιρό έχει βαλθεί να αποδείξει πως δεν είναι καθόλου μικρό. Είναι ένα αληθινό πηγάδι δίχως πάτο».

Ο αέρας λυσσομανά τη μέρα που γεννιέται ο γιος ενός λαουτιέρη. Ο γιος θα λάμψει ως βιρτουόζος στο φλάουτο και ένα φονικό «φι» θα παρεμβληθεί ανάμεσα σε πατέρα και γιο. Οσο ο αέρας στο λαούτο σώνεται, τόσο πιο ορμητικά πνέει μέσα στο φλάουτο. Δύο όμαιμα στήθη ανασαίνουν ανάστροφα. Η παρείσδυση του σουρεαλισμού γλιτώνει τα πεζά από το ίζημα της αληθινής ζωής. Η γραφή αποζητά τις ραγισματιές της πραγματικότητας για να κρυφοκοιτάξει την πίσω πλευρά του καθρέφτη. Με λυρισμό η τελευταία σελίδα φανερώνει τον συγγραφέα, ο οποίος στέκεται βουβός και κοιτάζει τα φώτα «της πολίχνης στην αντίπερα όχθη να λαμπυρίζουν βουτηγμένα στα νερά». Η απέναντι πολίχνη είναι το παρελθόν, τα συντρίμμια του οποίου ξεβράζονται στην όχθη. «Βρίσκεις παντού θραύσματα αγγείων και όστρακα». Ο συγγραφέας, ένας ληξίαρχος, που «ξεφυλλίζει το βιβλίο των θανάτων». Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες στην προμετωπίδα των διηγημάτων υποσημαίνουν την απώλεια. Οι λέξεις, όμως, που ακολουθούν αίρουν την απουσία. Οι φωτογραφίες από μαρτυρίες θανάτου γίνονται εναύσματα της φαντασίας και της ονειροπόλησης. Οπως φαντασιώνεται την αμμουδιά ο άστεγος που πεθαίνει σε ένα πεζό από το κρύο. Τα πράγματα πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο. Σε αυτή τη νομοτέλεια παρεμβαίνει η γραφή, ανασταίνοντας τους χαμένους για να τους παραδώσει στον άσβεστο χρόνο της μυθοπλασίας. Οπως διαπιστώνει ένας αφηγητής, οι λυπημένοι επιστρέφουν κάποτε, εν είδει εκταφής, στο σπίτι, απ’ όπου είχαν εκδιωχθεί, γεμίζοντας τα ντουλάπια με την πραμάτεια τους.

Ο Πούλος, με αξιόλογη πορεία στην παιδική λογοτεχνία, έχει τη δεξιότητα να εγκατασπείρει με εντυπωτικές εικόνες τη μίζερη τοπιογραφία της πραγματικότητας. Βέβαια, δεν το κατορθώνει πάντοτε. 

Αρκετά πεζά λυγίζουν από την κατατονία τόσο των αφηγητών όσο και των αφηγούμενων. Διασώζονται εκείνα που λαμπρύνουν το κιαροσκούρο με αιφνίδιες φωτοχυσίες και εκλάμψεις, με φαντασιοκοπήματα, που αναβλύζουν από ολοσκότεινη απελπισία.