ΒΙΒΛΙΟ

Ωκεανός ανέχειας, βίας, αντοχής και αισιοδοξίας

okeanos-anecheias-vias-antochis-kai-aisiodoxias-561405499

«Αν, συγκρινόμενη με την ιστορία του πλανήτη μας, η ζωή ενός ατόμου είναι τόσο σύντομη, ένα βλεφάρισμα όπως λένε, τότε το να είσαι υπέροχος, έστω και από την ημέρα που θα γεννηθείς έως την ημέρα που θα πεθάνεις, σημαίνει ότι είσαι υπέροχος μόνο πρόσκαιρα». Ο Oσιαν Βουόνγκ, όμως, μέσα από τις λέξεις, τις σελίδες και την αλήθεια που αναβλύζει από αυτές, διεκδικεί να γίνει με το βιβλίο του («Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι», μτφρ. Εφη Φρυδά, εκδ. Gutenberg) μόνιμα εκθαμβωτικός στα μάτια, στο μυαλό, στην ψυχή μας. Και το πετυχαίνει. Προσπαθεί να πιστέψει ο ίδιος και να πείσει κι εμάς, ότι η καταστροφή δεν είναι απαραίτητη για την τέχνη. Μπορεί όμως να γίνει τέχνη.  

Οφείλει το όνομά του, Oσιαν (ωκεανός), στην επιλογή της μαμάς του. Aρχικά ήθελε να τον βγάλει «ακτή», φτάνοντας επιτέλους σε μια ασφαλή ακτή μετά τη φυγή από το Βιετνάμ, η συνήχηση όμως της λέξης με το «σκύλα» στα αγγλικά, την κάνει να τον ονομάσει ωκεανό. Ωκεανό σκέψεων, αντοχής, καρτερίας, βίας, υπομονής, μυστικότητας· ωκεανό βούλησης, γενναιότητας, ευγένειας, τρυφερότητας, αισιοδοξίας, κατάφασης στη ζωή. 

Ο συγγραφέας κοντά στα τριάντα του χρόνια αρχίζει να γράφει στη μαμά του. Εκείνη δεν πρόκειται ποτέ να διαβάσει όσα της γράφει, όχι μόνο γιατί πεθαίνει λίγες εβδομάδες μετά την ολοκλήρωση του βιβλίου, αλλά γιατί είναι αγράμματη, ένα παιδί της βίας του Βιετνάμ που δεν πήγε σχολείο, μια βόμβα, όταν ήταν πέντε χρονών, το έκανε μπροστά στα μάτια της κομμάτια. 

Ο ίδιος ο Βουόνγκ θα μάθει να γράφει και να διαβάζει στα έντεκά του. Στα δεκαπέντε του θα αρχίσει να ανακαλύπτει τη σεξουαλικότητά του, να αγαπά τον Τρέβορ –θα τον χάσει λίγα χρόνια αργότερα από υπερβολική δόση–, να μπαίνει πιο βαθιά στο περιθώριο που ήδη είχε ορίσει η προέλευση, η φυλή του, η ανυπαρξία του πατέρα του, η σχιζοφρένεια της γιαγιάς του, η μετατραυματική αστάθεια της μαμάς του, η ανέχεια, τα ναρκωτικά, η βία έξω από το σπίτι του και μέσα σ’ αυτό. 

Γιατί το μικρό αυτό παιδί, η μαμά του το χτυπάει. Οπως τη χτυπούσε κι εκείνη ο άντρας της. Ενα γαϊτανάκι απόγνωσης και φόβου, με μόνο αντίδοτο, μοναδική συμβουλή, να παραμένει ο γιος της αόρατος. Πιεσμένη από τη ζωή της, την αγωνία, τις μνήμες, την κούραση, την ευθύνη, τις ατελείωτες συγγνώμες που ξεστομίζει κάθε μέρα στην ξένη χώρα, συγγνώμη που ζει, που υπάρχει, που ανασαίνει, ξεσπά στον πιο μικρό, πιο απροστάτευτο, πιο λατρεμένο της. 

Οσο αποκρουστικά κι αν είναι όλα όσα περιγράφει ο Βουόνγκ, δεν μπορούν να ακυρώσουν τις λέξεις του και τη γλώσσα του, που κελαρύζει ρέουσα, αληθινή, ποιητική, περιπαικτική, πανίσχυρη. Τα βιετναμέζικα ως τονική γλώσσα τον καθοδηγούν ακόμη κι όταν γράφει αγγλικά. Δεν υπάρχει φόβος στη γραφή του. Δεν κρύβει, δεν ωραιοποιεί, δεν στρογγυλεύει, εκτίθεται απόλυτα, αμετάκλητα, καίρια. 

Ο σκοπός του όμως δεν είναι να προκαλέσει τον αναγνώστη. Αν αναγνωρίσει κανείς χυδαιότητα, μπορεί να κλείσει το βιβλίο την ίδια στιγμή. Δεν την αναγνωρίζει όμως. Υπάρχει τόση ευαισθησία και ενσυναίσθηση σε όσα νιώθει, ζει, εκφράζει και γράφει που αναρωτιέσαι πώς άντεξε. Σπάζοντας τους κανόνες μάλλον, αφού οι κανόνες μπορούν να σε πάνε μόνο σε μέρη γνωστά – κι εκείνος επιθυμούσε το άγνωστο, το νέο, το μέλλον. 

Ο Βουόνγκ ζει στο παρόν, αλλά υπάρχει εξαιτίας του παρελθόντος. Τον κατατρύχουν οι μνήμες οι δικές του, της μαμάς του, της γιαγιάς του. Οι μνήμες του πολέμου, της επιβίωσης, της φυγής. Αυτές τις μνήμες, όμως, δεν θέλει να τις μεταφέρει σαν βάρος στους άλλους, θέλει να τις καταγράψει για να φανερώσουν τον τρόπο που επέδρασαν στη ζωή του, στη ζωή όλων όσοι είναι σαν κι εκείνον. Δεν ψάχνει φταίχτες, δεν δημιουργεί εχθρούς, χωρίς να γράφει εν θερμώ μεταφέρει με ηρεμία αλλά και φοβερή ένταση όλο τον πόνο που έζησε, όλη τη στενοχώρια που σώρευσε, αυτή που γιγάντωσε τη βούλησή του να ξεφύγει από όλο αυτό, να γίνει ο πρώτος της γενιάς του που θα σπουδάσει, θα ζήσει εσωτερικά ελεύθερος και ισορροπημένος, θα γίνει σιγά σιγά Αμερικανός.   

Η μαμά του στην οποία απευθύνεται περιγράφοντας άγνωστες, αθέατες πλευρές του, τον έχει αποδεχθεί όπως είναι, αποφάσισε να τον κρατήσει στη ζωή της όταν της είπε ποια είναι η δική του σεξουαλική ζωή. Αυτή η αποδοχή δεν είναι όμως αρκετή. Η μαμά του είναι σημείο αναφοράς, όλος ο κόσμος του, η δουλειά, η αποφοίτηση, η βία, η φτώχεια, η ιστορία, περνούν μέσα από εκείνη. Η μαμά του, που πίστευε στη μετεμψύχωση, μπορεί να γεννηθεί κοριτσάκι ξανά, με το ίδιο όνομα, Ρόουζ, κι οι γονείς της να έχουν ένα σπίτι γεμάτο βιβλιοθήκες, να της διαβάζουν βιβλία. Τότε, σ’ εκείνη τη ζωή, στο άλλο μέλλον, μπορεί να βρει αυτό το βιβλίο και να μάθει τι απέγιναν, εκείνη κι ο γιος της κι ίσως να θυμηθεί. Και τότε ίσως να χαμογελάσει με ένα χαμόγελο που δεν θα περιέχει τον χαμό.