ΒΙΒΛΙΟ

Αγνώστου πατρός, αδιάφορης μητρός…

Ο θρήνος του ποιητή Χάρη Βλαβιανού για την αδελφή του, που χάθηκε ύστερα από περιπλάνηση 35 ετών στον κόσμο της ηρωίνης

agnostoy-patros-adiaforis-mitros-561405523

ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ
«Τώρα θα μιλήσω εγώ» 
εκδ. Πατάκη, 2020

agnostoy-patros-adiaforis-mitros0Η Μαρίνα πέθανε από υπερβολική δόση ηρωίνης, μετά μια περιπλάνηση 35 χρόνων στον κόσμο των ουσιών. Ολα ξεκίνησαν στα 15 της, μέσα από τη σχέση με έναν γοητευτικό άντρα, πολύ μεγαλύτερό της, από γνωστή αθηναϊκή οικογένεια. «Εκείνος μου την έδωσε. Ηταν και ο ίδιος χρήστης… Την εποχή που τον γνώρισα είχα ανάγκη από προστασία, από φροντίδα. Ημουν μόνη» (σ. 28).

Ετσι άρχισε το παιχνίδι με τον θάνατο, ένα παιχνίδι ρώσικης ρουλέτας, που διήρκεσε 35 χρόνια. Τόσο κράτησε η απελπισμένη προσπάθειά της να δημιουργήσει κάποιο ανάχωμα στην ενόρμηση του θανάτου, που την κατέκλυζε. 

Στο φόντο η αριστοκράτισσα μάνα, που ενδιαφερόταν μόνο για τη δική της εικόνα, εξοβελίζοντας από το προσωπικό της βασίλειο οποιαδήποτε αποτύπωση της μορφής της κόρης της. Στο συρτάρι της, όταν πέθανε, τα δύο αδέλφια βρήκαν πολλές οικογενειακές φωτογραφίες. Καμία της Μαρίνας. «Υπήρχαν βέβαια δεκάδες σκισμένες, κομμένες άτσαλα με το χέρι. Σε λίγες, ελάχιστες, είχαν απομείνει κάποια ίχνη μου – μια μπούκλα από τα μαλλιά μου, το πόδι μου δίπλα σε ένα άλλο πόδι, το χέρι μου γύρω από μια μέση. Σε καμία το πρόσωπό μου» (σ. 43). Το ωραίο πρόσωπο της Μαρίνας οριστικά και αμετάκλητα αποκλεισμένο από αυτήν, την «τοξική μάνα», την παθολογικά ναρκισσιστική προσωπικότητα, που εγκατέλειψε τη μικρή Μαρίνα στη γιαγιά, φεύγοντας στο εξωτερικό, για να γλιτώσει τη φυλακή λόγω χρεών.

Το «πρωταρχικό αντικείμενο», το πρόσωπο στο οποίο επενδύει πρωταρχικά κάθε παιδί που έρχεται στον κόσμο, δεν την αποδέχτηκε ποτέ, δεν τη φρόντισε, δεν την αγάπησε. Τη βασάνιζε με χίλιους τρόπους, παίζοντας μπροστά στους άλλους, πολύ πειστικά φαίνεται, τον ρόλο του θύματος. Το μεγαλύτερο κακό που της έκανε ήταν ότι δεν της αποκάλυψε ποτέ ποιος ήταν ο αληθινός της πατέρας, σίγουρα όχι ο αριστοκράτης που συμβατικά της δόθηκε το όνομά του.

Ετσι, η Μαρίνα μεγάλωνε σε πλήρη σύγχυση ως προς τη γενεαλογία της. Ο πατέρας άγνωστος. Η μητέρα παγερά αδιάφορη. Η μητρική γιαγιά βυθισμένη στην κατάθλιψη, μια μόνιμη απουσία. Ο αδελφός μακριά, στις σπουδές του, και αυτός απών. Τι μπορεί να καλύψει το τεράστιο κενό μέσα της, που απειλεί να την καταβροχθίσει;

Φαίνεται να έρχεται το ναρκωτικό να πάρει την προνομιακή θέση, συμπυκνώνοντας μέσα στη χημική ουσία του κάθε διάσταση του Αλλου, σημαντικού ή όχι, του κάθε άλλου, όλων των άλλων. Ο ρόλος της αντικατάστασης του Αλλου, που παίρνει η ουσία, συνδέεται με τις καταστάσεις, όπου η εξάρτηση από το ναρκωτικό αποβλέπει στην άμβλυνση της οδύνης και της «αποξένωσης», που προκαλούνται από μια εργασία φαντάσματος στον ψυχισμό του, όπως λέει ο σπουδαίος ψυχαναλυτής Ζαν Ουρί.

Η Μαρίνα δοκίμασε την ηρωίνη και της άρεσε «αυτό το αργό χάσιμο, το βύθισμα, η ξαφνική αίσθηση ελαφρότητας, λες κι ένα αόρατο χέρι έμπαινε μέσα στο σώμα μου και αφαιρούσε τη βαρειά πέτρα που πίεζε την καρδιά μου. Σιγά-σιγά, χωρίς να το καταλάβω, έγινε το βάλσαμό μου» (σ. 22). Παυσίλυπον το ναρκωτικό, όπως το αποκαλεί ο πατέρας της ψυχανάλυσης Φρόιντ, χρησιμοποιώντας την αρχαία ελληνική λέξη. Αποκούμπι μιας εξαρχής ναυαγισμένης ζωής, ερχόταν να απαλύνει τον άφατο ψυχικό πόνο, που γεννάει η αίσθηση ότι είναι «ένα τίποτα», μια ύπαρξη χωρίς ταυτότητα, χωρίς γενεαλογία, χωρίς τον παρηγορητικό λόγο της ετερότητας.

Τι έμενε; Το Πραγματικό του σώματος. «Το μόνο αληθινό σπίτι που είχα ήταν το σώμα μου. Και επειδή το μισούσα, το κατέστρεφα» (σ. 34). Σώμα και σήμα (τάφος) είναι, από την εποχή του Ιπποκράτη, αδιαχώριστα. Το σώμα, λοιπόν, έχει το ένα πόδι στη ζωή και στον έρωτα και το άλλο στον τάφο, λέει κι ο ψυχαναλυτής Πολ-Λοράν Ασούν.

Το σώμα της Μαρίνας, χιλιοτρυπημένο, ερειπωμένο, πραγματική σκιά του εαυτού, γίνεται η σκηνή του θεάτρου, όπου παρουσιάζεται η τραγωδία της αποσύνδεσης των ενορμήσεων της ζωής και του θανάτου. Η τελευταία πράξη της ρήξης με την ανυπόφορη πραγματικότητα που ζει είναι ταυτόχρονα και μια  πράξη ρήξης με τα δεσμά της εξάρτησης. Και αυτά τα δεσμά αφορούν κατά πρώτο λόγο το πρόσωπο, με το οποίο είχε αυτή την έντονα αμφιθυμική σχέση, τη μάνα. Ηθελε να την κάνει να πονέσει, να επιβάλει την παρουσία της, έστω και διαμέσου του θανάτου της. «Εκλεινα τα μάτια και τη φανταζόμουν ντυμένη στα μαύρα να με συνοδεύει στο μνήμα μου. Να συνοδεύει στο μνήμα την κόρη που εκείνη σκότωσε» (σ. 39).

Ο θάνατος της μητέρας

Ομως, ούτε αυτή η επιθυμία της ικανοποιήθηκε. Η μάνα πέθανε πρώτη. Και μάλιστα την ημέρα των γενεθλίων της Μαρίνας.

Και έρχεται ο αδελφός ο αγαπημένος να της δώσει τον λόγο, τον λόγο που ποτέ δεν της έδωσε η μάνα. Η Μαρίνα βγαίνει από το περιθώριο και αφηγείται. Γίνεται, για πρώτη φορά, πρωταγωνίστρια της ζωής της. Διά χειρός αδελφού, με τη γραφή του χαμένου Αλλου, μέσω του Αλλου και της αγάπης του διαφεύγει από την επικράτεια του μηδενός, στην οποία ήταν παγιδευμένη ζωντανή και νεκρή. Μπορεί για πρώτη φορά να ξετυλίξει το κουβάρι της δυστυχισμένης ζωής της. Δεν την αναπαριστά. Τη ζει. Ζει τη ζωή επιτέλους, έστω και νεκρή πια. Χάρη στον θρήνο του Χάρη Βλαβιανού.

Η αφήγηση εδώ, σε πρώτο πρόσωπο, είναι ένας θρήνος. Ο θρήνος του ποιητή Χάρη Βλαβιανού για τη ζωή της αδελφής που χάθηκε. Και ο θρήνος είναι πάντα κομμάτι της διαδικασίας του πένθους, της «συμβολικής ανταλλαγής» ζωντανών και νεκρών, του μεταφορικού καθρέφτη της εικόνας του αγαπημένου προσώπου, που έφυγε, αφήνοντας ανεξίτηλα τα σημάδια της μνήμης, της μετάδοσης, της οδύνης.

Ο θρήνος για την αγαπημένη νεκρή είναι ταυτόχρονα και ένα κάλεσμα συμμετοχής στο πένθος, στον αβάσταχτο πόνο της απώλειας. Γιατί το πένθος δεν αποτελεί ένα στενά ατομικό ή έστω οικογενειακό ζήτημα. Είναι μια εμπειρία, που ο πενθών πρέπει να μοιραστεί με ολόκληρο το κοινωνικό σώμα. Δεν αφορά μονάχα το πρόσωπο και την ιστορία της νεκρής αδελφής, ένα προσωπικό δεσμό. Αφορά την ιστορία χιλιάδων νέων ανθρώπων, πιασμένων στα δίχτυα της εξάρτησης, με την ίδια τραγική μοίρα. Από αυτή την άποψη, αφορά τον ίδιο τον κοινωνικό δεσμό σε καιρούς διάρρηξης και απεξάρθρωσής του. Και μας καλεί να τον νοηματοδοτήσουμε ξανά. Επιτέλους.
 
* Η κ. Κατερίνα Μάτσα είναι ψυχίατρος – συγγραφέας.