ΒΙΒΛΙΟ

Μια επίμονη φωνή που έχει κάτι να μας πει

Ακούγοντας Νιλ Γιανγκ με αφορμή ένα κείμενο του Μισέλ Ουελμπέκ

mia-epimoni-foni-poy-echei-kati-na-mas-pei-561421813

ΜΙΣΕΛ ΟΥΕΛΜΠΕΚ
Παρεμβάσεις 2020
μτφρ. Γιώργος Καράμπελας
σελ. 432, εκδ. Εστία, 2021

mia-epimoni-foni-poy-echei-kati-na-mas-pei0Ποτέ δεν φανταζόμουν πως θα άκουγα Νιλ Γιανγκ έχοντας ως οδηγό τον Μισέλ Ουελμπέκ, με αφορμή ένα κείμενο που έγραψε πριν από είκοσι χρόνια και περιλαμβάνεται στις «Παρεμβάσεις 2020», τη συλλογή άρθρων, δοκιμίων και συνεντεύξεων, που μόλις μεταφράστηκε στα ελληνικά. Για να είμαι ειλικρινής, πίστευα πως ο Ουελμπέκ δεν άκουγε καθόλου μουσική. Ωσπου πρόσφατα τον πέτυχα στο YouTube να χορεύει Black Sabbath, φορώντας ποδηλατική φόρμα – σαν χορός ερπετού που κάνει διάλειμμα από το γράψιμο. Τελικά κατάλαβα πως μάλλον είναι από εκείνους τους τύπους που έχουν καταληφθεί από τη μουσική. Παρά την ιλαρότητα του κλιπ.

Aλλωστε το επισημαίνει σε μία από τις συνεντεύξεις που μπορεί κανείς να διαβάσει στον παρόντα τόμο: «Το μεγαλύτερο αισθητικό σοκ της ζωής μου πάντως θα παραμείνει η ανακάλυψη του ροκ».

Oταν ο Νιλ Γιανγκ κυκλοφόρησε τους πρώτους του προσωπικούς δίσκους, μετά τη διάλυση των Buffalo Springfield, ο Ουελμπέκ βρισκόταν στην εφηβεία και την περίοδο που γράφει το μικρό αυτό άρθρο έχει ήδη πατήσει τα σαράντα. Μια ηλικία που σε αγκιστρώνει αναπόδραστα στα πρώιμα ακούσματα, τις πρώτες αγάπες. Οτιδήποτε καινούργιο, σου φαίνεται αμείλικτα μακρινό. Ακόμα κι αν νομίζεις πως μια φρέσκια μελωδία μιλάει για σένα, δεν απευθύνεται ακριβώς σε σένα. Γυρίζεις το κεφάλι και τότε διαπιστώνεις πως το τραγούδι γνέφει σε κάποιον που στέκεται πίσω σου: σε μια εκδοχή του εαυτού σου, λιγότερο ταλαιπωρημένη. Επιστρέφεις σε ό,τι γνωρίζεις καλά. Τούτη τη στάση ακροατή, οι κακεντρεχείς την ονομάζουν νοσταλγία. Οι ρεαλιστές την αποκαλούν παραίτηση.

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που ο Ουελμπέκ επιλέγει κομμάτια από τις δεκαετίες του ’70 και ’80, προκειμένου να χτίσει το προφίλ του Νιλ Γιανγκ. Την εποχή δηλαδή που ο Γάλλος συγγραφέας ήταν δεκαπέντε, είκοσι, είκοσι πέντε χρόνων. Σχεδόν τριάντα. Μέχρι εκεί δεν φτάνει η επέκταση του πεδίου της εφηβείας; «Little Wing», «My Boy», «Heart of Gold». Τραγούδια που έχουν κοινά χαρακτηριστικά. Σαν να έχουν υφανθεί από το σάλιο μιας απεγνωσμένης αράχνης που έχει παγιδευτεί στον ιστό της. Δεν ξέρω ακριβώς τι εννοώ με την παραπάνω παρομοίωση. Μα ελπίζω κάτι να σημαίνει. Για τον Ουελμπέκ, ο Γιανγκ δεν είναι παρά ένας δυστυχής που περιφέρεται πάνω στις σκονισμένες του μπότες. Και πράγματι είναι μια τραγική φιγούρα. Πολιομυελίτιδα στα επτά, διαζύγιο των γονιών στα δεκαπέντε, θάνατος συνεργατών (τα χρόνια της τάφρου), δύο γιους με εγκεφαλική παράλυση, μια κόρη με επιληψία. Ενα σπίτι στάχτη το ’18.

Ενας άντρας που δίνει την αίσθηση πως ισορροπώντας στο τεντωμένο σκοινί, αναγκάστηκε να συρρικνώσει τον κόσμο σε μια χορδή κιθάρας. Περίεργο που o Ουελμπέκ δεν βρίσκει χώρο στη λίστα του για το «World on a String» από το «Tonight’s the Night», έναν από τους πιο σκοτεινούς δίσκους στην ιστορία του ροκ. Μαύρος σαν φτερούγα νυχτερίδας. Παρέα με τον Ουελμπέκ, ξετρυπώνω άλμπουμ που δεν είχα ακούσει ποτέ: «Comes A Time», «Old Ways», «Hawks & Doves», ένα βινύλιο που υπήρχε στη δισκοθήκη του πατέρα μου και επιδεικτικά προσπερνούσα. Ανακαλύπτω πως ο Ουελμπέκ είναι ένας ρομαντικός λύκος που φοράει την προβιά του κυνικού. Τον φαντάζομαι να κλαίει ακούγοντας το «Such A Woman» που κυκλοφόρησε την περίοδο που έγραφε την «Επέκταση του πεδίου της πάλης», ένα από τα πιο ωμά βιβλία που έχω διαβάσει ποτέ: «Είχες μια ζωή. Υπήρξανε στιγμές όπου είχες μια ζωή. Φυσικά, δεν τις θυμάσαι πια και τόσο καλά, αλλά οι φωτογραφίες το επιβεβαιώνουν. Είναι κάτι που είχε συμβεί πιθανότατα στην εφηβεία σου, ή λίγο μετά. Πόσο μεγάλη που ήταν η όρεξή σου για ζωή, τότε! Σου φαινόταν πως μπροστά σου απλωνόταν μια ύπαρξη πλούσια σε πρωτόγνωρες πιθανότητες. Θα μπορούσες να γίνεις τραγουδιστής, να ταξιδέψεις στη Βενεζουέλα».

Καθ’ υπερβολήν θα μπορούσε κανείς να πει πως η «Επέκταση», το ντεμπούτο και η κορυφαία συγγραφική στιγμή του Ουελμπέκ, είναι τόσο ακατέργαστη όσο ο τρόπος που ο Νιλ Γιανγκ παίζει κιθάρα. Πέφτει πάνω της. Αρπάζει τις χορδές. Τα δάχτυλα κολλάνε στην ταστιέρα. Οι χορδές τρυπάνε το έδαφος που ενώνει την παιδική ηλικία και την εφηβεία με την ενήλικη ζωή: «Η φωνή συνεχίζει, επίμονη κι εύθραυστη. Η φωνή μάς οδηγεί. Ερχεται από μακριά, πολύ μακριά μες στην ψυχή· δεν θα τα παρατήσει. Δεν είναι πολύ αρρενωπή φωνή· έχει κάτι από γυναίκα, γέρο ή παιδί. Είναι η φωνή ενός ανθρώπινου όντος, που έχει επιπλέον κάτι αφελές και σημαντικό να μας πει». Εδώ και τουλάχιστον πενήντα χρόνια, ο Νιλ Γιανγκ μουρμουρίζει κάτι που μοιάζει με τραγούδι. Δεν ξέρω τι είναι. Μα μόνο τραγούδι, δεν είναι. Εχει κάτι να μας πει.