ΒΙΒΛΙΟ

Σωτήρια διαθήκη

sotiria-diathiki-561421840

ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
Ουρανός απ’ άλλους τόπους
εκδ. Πατάκη, σελ. 586
 
sotiria-diathiki0«Αυτά θυμιούμαι κάμποσες φορές και μνείσκω αΰπνωτη». Η αφηγήτρια θυμάται το χωριό της, την Πόβλα Θεσπρωτίας, κοιτίδα της πεζογραφίας του Σωτήρη Δημητρίου. Θυμάται τη Μηλιά, τη μητέρα της, και μαζί με τη μορφή της ανασταίνει τους ήχους, τα φεγγοβολήματα, τα τραγούδια και τα μοιρολόγια του τόπου της. Η γλώσσα της μνήμης είναι μόνο η μητρική. Η γλώσσα είναι τόπος, σπίτι, η ντοπιολαλιά είναι η φωνή της μητέρας. Η μιλιά της Μηλιάς. Το μυθιστόρημα, γραμμένο εξ ολοκλήρου στο ηπειρώτικο ιδιόλεκτο, μοιάζει με κιβωτό αρχέγονων, μονάκριβων συγχορδιών. Είναι ένα θησαύρισμα εικόνων-εικονισμάτων και ακουσμάτων, που συνιστούν κειμήλια, άχραντα κτερίσματα.

Η αφηγήτρια μνημονεύει έναν κόσμο αφανισμένο, ανθρώπους κακοζώητους και κακοθάνατους, που τους σκέπαζε ένας άλλος ουρανός. Στην εξιστόρησή της ενυπάρχουν τα κυτταρικά στοιχεία της λογοτεχνικής ιδιοπροσωπίας του Δημητρίου, οι απαρχές της «χωριανικής» ζωής, που ύμνησε σπαρακτικά στα έργα του. Η Αλέξω ανατρέχει στις χαρές και τους χαμούς μιας ζωής προ πολλού σβησμένης. Ο χάρος, «αράδα στα χείλια». Τα λόγια της σου καίνε την καρδιά. Με κάθε λέξη ανάβει, θαρρείς, ένα κερί για τους χαμένους. Η αιωνόβια Αλέξω ροβολά στα γενέθλια χώματα, στα αλώνια, στα κορφοβούνια και τους λόγγους, στα βοσκοτόπια, στο πρώτο της σπίτι. «Σπίτι ανοιχτό, μοναστηρόσπιτο». Ευλογημένο από την άγρυπνη μητρική πρόνοια. «Η μάνα μας το ένα το έκανε άλλο ένα». 

Η Αλέξω φτιάχνει έναν ενδότατο τάφο. Το μνήμα της μάνας, όπου παράχωσε σκόρπια οστά, δεν το νιώθει για αληθινό. Τη μητέρα της τη σκότωσαν αντάρτες. «Οθε διάβαιναν Τούρκοι και αντάρτες, ήτανε σκουπισμός». Από τους Βαλκανικούς μέχρι την Κατοχή και τον Εμφύλιο, όλος ο τόπος μες στα αίματα. Κόκαλα ανάμεσα σε κόκαλα, κουφάρια ατελείωτων πολέμων. Ερημα τα χωριά· «κόκαλα μονάχα θ’ ασπρίζουν απ’ τους κακοθανατισμένους στις ράχες, στους λάκκους, στις γκρεμίνες». Το μοιρολόι για τη μάνα πάει μαζί με το ψαλτήρι για τους «βρικολάκους» που λιάνιζαν τα χωριά της Μουργκάνας. «Σκεπαίνεται ο ήλιος; Σκεπαίνεται από το βάι του κόσμου». Η Αλέξω δεν γνωρίζει τίνος οστά έθαψε. Με την αφήγησή της τελεί μια δεύτερη ταφή, άδοντας έναν επιμνημόσυνο χαιρετισμό στη μητέρα. Κάθε ανάμνηση και σπονδή.

Η Αλέξω στήνει κουβεντολόι με τον κάτω κόσμο. Αλλωστε, θνητοί και πεθαμένοι «μια σμίξη είναι». «Ξενοκουβεντιάζουν όσοι παραδίνουν ψυχή». Τη γλώσσα αρτύνουν ο οδυρμός και η καταλλαγή της έσχατης εξομολόγησης. Μιλώντας, η Αλέξω καταδύεται στα λημέρια των ίσκιων, κάνοντας με κάθε κουβέντα ευγενείς μαλάξεις στις ψυχές άμοιρων πλασμάτων, στις κακοθανατισμένες «μαυροκοπέλες». «Μαύρη μοίρα σκότεινη», η μοίρα των γυναικών. Οι τριχιές έσκαβαν αυλάκια στην πλάτη. Χθόνιος βίος, σκέτο χώμα. Βοσκή, όργωμα, σπορά, αργαλειός, κουβάλημα, διακόνεμα, τάισμα. Παιδεμός και στοναχή. Του λιναριού τα πάθη. Το λινάρι που έγνεθαν οι «δολιογύναικες» δεν κοβόταν με τίποτα. «Κι ό,τι ήθελαν να δέσουν απέθαντα, με κείνο το ’φερναν γύρα».

Η φωνή της Αλέξως είναι προσφορά αλυπίας, αρπίζει σαν χάδι τις σκιές που της νεύουν. Με την αφηγήτρια ψυχοπομπό, ο Δημητρίου ορθώνει λέξη τη λέξη μια αναθηματική στήλη στη γλώσσα, που ήταν κάποτε ένας ολάκερος ουρανός. 

Η απερίγραπτα όμορφη γραφή, πρωτεϊκή και μαζί αρχαϊκή, σαν αχειροποίητη, αποπνέει την ιερότητα λειψανοθήκης. Πώς γίνεται η ομιλία, αναρωτιέται η Αλέξω. «Ποιος την αρμολογάει μέσα στη γνώμη και την πηγαίνει κατόπι στη γλώσσα;» Το φως από τον ουρανό κατέρχεται. «Και ο άνθρωπος για να κάνει το φως, για να κάνει την τέχνη, έχει τη δύναμη από τον θεό». Δεν εξηγείται αλλιώς. Του τα λέει ο Θεός.