ΒΙΒΛΙΟ

Ποιητικές εμμονές, ερωτικές αποτυχίες

Ενα νέο μυθιστόρημα για το «εθνικό σπορ» της Χιλής

poiitikes-emmones-erotikes-apotychies-561436489

ΑΛΕΧΑΝΤΡΟ ΣΑΜΠΡΑ
Χιλιανός ποιητής
μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης,
εκδ. Ικαρος, 2021, σελ. 520

poiitikes-emmones-erotikes-apotychies0Ο Αλεχάντρο Σάμπρα (γεν. 1975) έχει αποκτήσει σήμερα ένα στάτους διεθνούς λογοτεχνικού σταρ χάρη στα πεζογραφήματά του, ωστόσο τα πρώτα του βήματα τα έκανε ως ποιητής. Οπως μάλιστα έχει δηλώσει ο ίδιος ο Χιλιανός συγγραφέας, τα αναγνώσματά του ήταν και είναι κυρίως ποιητικά. Θα το διαπιστώσει κανείς διαβάζοντας το καινούργιο του μυθιστόρημα, κατ’ αρχάς από τον τίτλο, «Χιλιανός ποιητής», και εν συνεχεία από τον καταιγισμό ονομάτων ποιητών που γεμίζουν τις σελίδες του. Πέρα από οτιδήποτε άλλο, αυτό το νέο μυθιστόρημα του Σάμπρα, η πιο ώριμη και ολοκληρωμένη δουλειά του, είναι ένας φόρος τιμής σε εκατοντάδες ποιητές, πρωτίστως Χιλιανούς, αλλά όχι μόνο – κάπου, για παράδειγμα, αναφέρεται και ο Γιώργος Σεφέρης.

Η αίσθηση αυτοαναφορικότητας που δημιουργεί ο τίτλος ίσως είναι λίγο παραπλανητική. Ο Σάμπρα μπορεί να βρίσκεται κρυμμένος οπουδήποτε, όπως κάθε συγγραφέας στις σελίδες του, όμως η λέξη «ποιητής» εν προκειμένω δεν χρησιμοποιείται απλώς ως μια λογοτεχνική ιδιότητα, αλλά λειτουργεί και ως ποιοτικό χαρακτηριστικό, ένα στοιχείο προσωπικότητας. Αυτό που υπονοείται είναι ότι η ποίηση στη Χιλή αποτελεί ένα μυστηριώδες πάθος, ίσως ένα μέσο επιβίωσης, πιθανόν ένα εθνικό πεπρωμένο ή ίσως ακόμα και μια εθνική ψευδαίσθηση. Σίγουρα πάντως δεν είναι ένα ακαδημαϊκό αγαθό, ο Σάμπρα είναι ξεκάθαρος ως προς αυτό: στον συγκινητικό (και άλλοτε κωμικό) κόσμο που δημιουργεί, η ποίηση ζει μαζί με τους ανθρώπους της και τα πάθη τους.

To ρεπορτάζ

Περίπου στη μέση του βιβλίου εμφανίζεται η Πρου, μια Αμερικανίδα δημοσιογράφος που μέσα από μια σειρά παρεξηγήσεων καταλήγει στο Σαντιάγο να κάνει ένα ρεπορτάζ για την εμμονή των σύγχρονων Χιλιανών με την ποίηση. Εισχωρεί στους κύκλους των ποιητών, γνωρίζει πολλούς απ’ αυτούς (επινοημένους και μη), τους παίρνει συνεντεύξεις. Ενας της λέει: «Το να είσαι Χιλιανός ποιητής είναι σαν να ’σουν Περουβιανός σεφ ή Βραζιλιάνος ποδοσφαιριστής ή μοντέλο από τη Βενεζουέλα».

Ολόκληρο το μυθιστόρημα του Σάμπρα δεν είναι πολύ διαφορετικό από το άρθρο που ετοιμάζει η ηρωίδα του. Ο παντογνώστης αφηγητής του παρατηρεί μέσα από το φίλτρο της ποίησης τη σύγχρονη κοινωνία της Χιλής, σε ένα διάστημα περίπου δύο δεκαετιών που καταλήγει περίπου στο σήμερα. Ετσι γνωρίζουμε τον έφηβο Γκονσάλο που ερωτεύεται την Κάρλα, τον παρακολουθούμε να γράφει τα πρώτα του ποιήματα, γινόμαστε μάρτυρες της απελπισίας του όταν καταλαβαίνει ότι οι στίχοι του είναι χειρότεροι από τους στίχους των ποιητών που αγαπάει. 

Τα χρόνια περνάνε και στο προσκήνιο της αφήγησης εμφανίζεται ο Βισέντε, ο γιος της Κάρλα, ο οποίος, τυχαία ή όχι, αγαπάει κι αυτός την ποίηση. Ο Βισέντε συναντά την Πρου, την Αμερικανίδα δημοσιογράφο, και την ξεναγεί στην απίθανη κοινότητα των Χιλιανών ποιητών που, σύμφωνα με μια άλλη άποψη που διατυπώνεται, «γράφουν επειδή δεν ξέρουν να μιλάνε».

Οσο ο «Χιλιανός ποιητής» είναι ένα μυθιστόρημα για την ποίηση (την ανάγκη της, την ανάγνωση και τη δημιουργία της), άλλο τόσο είναι και μια ιστορία για τις ατελείς ανθρώπινες σχέσεις – έτσι κι αλλιώς αγαπημένο μοτίβο του Σάμπρα. Ολες οι σχέσεις που αναπτύσσονται στις σελίδες του, οικογενειακές, ερωτικές, φιλικές, είναι εν πολλοίς αποτυχημένες ή, έστω, δεν είναι επιτυχημένες με τη συμβατική έννοια. Ο Σάμπρα μοιάζει να μας λέει ότι έτσι είναι η ζωή και ότι ένας τρόπος να την αντιμετωπίσεις, αν και όχι απαραίτητα ο κατάλληλος, είναι η ποίηση. Αλλωστε, οι δύο βασικοί του πρωταγωνιστές, ο Γκονσάλο και ο Βισέντε, δεν είναι δυο ικανοί ποιητές. Ο πρώτος για την ακρίβεια είναι μέτριος, ενώ ο δεύτερος έχει τολμήσει να γράψει μόνο κάποιους στίχους. Αλλά είναι σαφές και για τους δύο ότι η ποίηση είναι ο μοναδικός δρόμος.

Ο ορισμός

Το πάθος των Χιλιανών για την ποίηση ξεκινάει από το ότι, όπως το θέτει κάποιος άλλος χαρακτήρας, η Χιλή κέρδισε δύο φορές το «παγκόσμιο πρωτάθλημα» στην ποίηση, υπονοώντας τα δύο της Νομπέλ, της Γκαμπριέλα Μιστράλ (1945 – το πρώτο λατινοαμερικανικό Νομπέλ) και του Πάμπλο Νερούδα (1971). Πιθανόν εδώ ο Ελληνας αναγνώστης να αρχίσει να διακρίνει ορισμένες ομοιότητες – όχι μόνο είμαστε κι εμείς δις «παγκόσμιοι πρωταθλητές» στην ποίηση, αλλά επίσης διαθέτουμε δυσανάλογα πολλούς ποιητές σε σχέση με τον πληθυσμό μας, ανεξαρτήτως ποιότητας, ενώ είναι μάλλον κοινό μυστικό ότι οι περισσότεροι έχουμε κάποιους στίχους κρυμμένους σε κάποιο συρτάρι. 

Τι καθιστά όμως κάποιον ποιητή; Αυτό είναι ένα άλλο ενδιαφέρον ερώτημα. Ο Σάμπρα δίνει αρκετούς ορισμούς, ωστόσο ο πιο διασκεδαστικός, αν και όχι ο πιο πειστικός, είναι ο εξής: «Αν εκδώσεις ένα βιβλίο, είσαι ποιητής. Μπορεί να το μετανιώσεις αργότερα, αλλά άπαξ και εκδώσεις μια ποιητική συλλογή, είσαι ποιητής για πάντα, την έβαψες».