ΒΙΒΛΙΟ

Ο Κεμάλ Ατατούρκ και η κόρη του

Μια συναρπαστική αφήγηση για τη Σαμπιχά Γκιοκτσέν στο περιοδικό «(δε)κατα», που θα κυκλοφορήσει την επόμενη εβδομάδα

o-kemal-atatoyrk-kai-i-kori-toy-561437308

Τη Σαμπιχά Γκιοκτσέν η Κατερίνα Μυστακίδου γνώρισε για πρώτη φορά το 1990, όταν πήγε για επίσκεψη στο σπίτι της μαζί με τη φίλη της δημοσιογράφο Αρμαγάν Ανάρ.

Δούλευε τότε ως ανταποκρίτρια στην Τουρκία για την ΕΡΤ και τον ΑΝΤ1, μετά τις σπουδές Οθωμανικής Ιστορίας στη Νέα Υόρκη, στο New York University. Ηταν μια πρώτη επαφή και ήταν πιο πολύ μια κοινωνική επίσκεψη με ανταλλαγή φιλοφρονήσεων και αναμνήσεων.

Ομως είχε γίνει μια πρώτη αναγνώριση εδάφους και κανείς δεν αμφισβητεί ότι η δεκαετία του ’90 ήταν καιροί δύσκολοι για τα ελληνοτουρκικά, αλλά αυτή ήταν η κόρη του Ατατούρκ. Τα μεγέθη της Τουρκίας τότε, συγκριτικά με σήμερα, ήταν συμμαζεμένα και είχαν μια κάποια διακριτικότητα.

Η σεμνότητα της Σαμπιχά Γκιοκτσέν ήταν δείγμα του χαρακτήρα της και της ανατροφής της, όμως πρέπει να ομολογήσει κανείς ότι τότε και τα κοινωνικά πρότυπα ήταν διαφορετικά. Ετσι δικαιολογείται το γεγονός ότι εύκολα δέχτηκε να δώσει συνέντευξη.

Μίλησαν δύο συνεχή απογεύματα στο σπίτι της στην Αγκυρα μετά λίγους μήνες. Αυτό έγινε αφού η Σαμπιχά Γκιοκτσέν είχε λάβει ορισμένες πληροφορίες για τη δημοσιογράφο.

Στην τρίτη επίσκεψη η Κατερίνα Μυστακίδου πήγε με τον φωτογράφο Αλί Νουν, που έμεινε για λίγο και τράβηξε μερικές φωτογραφίες της. Επειτα από καιρό τής τηλεφώνησε και της έδωσε παλιές φωτογραφίες της, λέγοντάς της ότι είχε πολλές. Την τελευταία φορά που συνάντησε η Ελληνίδα δημοσιογράφος την κόρη του Κεμάλ Ατατούρκ ήταν το 1995, για πολύ λίγο, ίσα ίσα για ένα τσάι. Για τον θάνατό της έμαθε όταν είχε φύγει από την Τουρκία και δίδασκε στο ΑΠΘ.

«Τη σκέφτομαι κάθε φορά που προσγειώνομαι με την Pegasus Airlines στο αεροδρόμιο “Σαμπιχά Γκιοκτσέν” και πιστεύω ότι θα ήταν υπερήφανη για αυτή τη συνέντευξη», λέει. Πολλά μαθαίνει κανείς για την Τουρκία διαβάζοντας αυτή τη συναρπαστική αφήγηση, μέρος της οποίας προδημοσιεύεται σήμερα. Ολόκληρη θα τη βρείτε στο επόμενο τεύχος του περιοδικού «(δε)κατα», που κυκλοφορεί την επόμενη εβδομάδα.

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

o-kemal-atatoyrk-kai-i-kori-toy0
Η Σαμπιχά Γκιοκτσέν με τον πατέρα της, Κεμάλ Ατατούρκ. (Φωτ. ΑΡΧΕΙΟ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΜΥΣΤΑΚΙΔΟΥ)

«Γκιοκτσέν ήταν το επώνυμο που έδωσε ο Ατατούρκ στην κόρη του πολύ πριν αυτή γίνει η πρώτη πιλότος της πολεμικής αεροπορίας. Το είχε αποφασίσει ο μεγάλος ηγέτης αμέσως χωρίς δισταγμό, γιατί έβλεπε μακριά στο μέλλον της καινούργιας χώρας και γνώριζε ότι η δύναμη ενός κράτους είναι στους ουρανούς. Ομως δεν περίμενε να δει τη σωματική ανάπτυξη και τις δυνατότητες του παιδιού. Δεν αναπτύχθηκε όπως θα το περίμενε κανείς και έμεινε μικροσκοπική σαν παιδί δωδεκάχρονο, χαριτωμένη, μία πραγματική μινιατούρα όπως θα την ονειρεύονταν οι Οθωμανοί ζωγράφοι. Ισως το 1935 να μην υπήρχαν προδιαγραφές για πιλότους και άλλωστε η Σαμπιχά δεν ακολουθούσε κανόνες και προδιαγραφές γιατί απλά αυτή τους δημιουργούσε ως παιδί του Ατατούρκ. Αυτό σκέφτηκα την πρώτη φορά που την είδα έτσι όπως καθόταν μικροσκοπική με την μπλε κουμπωτή ρομπίτσα της με σεμνούς γιακάδες με τα χέρια της ακουμπισμένα στα μπράτσα μιας δανέζικης πολυθρόνας από τικ. Ηταν σαν μία καρτ ποστάλ από αλλοτινή εποχή. Το σαλόνι του σπιτιού της, μικρό χωρίς εκζήτηση, με απλά έπιπλα περασμένης μόδας αλλά χωρίς αντίκες όπως θα περίμενε κανείς. Οι τοίχοι καθαροί χωρίς φωτογραφίες. Ισως δεν είχε ανάγκη από φωτογραφίες. Αυτή η ίδια ήταν η πρώτη πηγή, η άμεση για συγκλονιστικές στιγμές της ιστορίας που τις είχε ζήσει στη διαδικασία της διαμόρφωσής τους και στα πεδία των μαχών. Δεν είχε ανάγκη από αποδείξεις. Οι αναμνήσεις και οι ιστορίες περιορίζονταν στις αφηγήσεις. (…) 

Ηταν πολύ ανεπιτήδευτη, με χαμηλή φωνή και εξαιρετικούς τρόπους, και κανείς αθέλητα σκεφτόταν ότι είχε περάσει μία ζωή μέσα στα καλύτερα σαλόνια και όλα αυτά δίπλα στον Ατατούρκ, το πιο απαιτητικό παράδειγμα ατόμου. Δεν προσποιήθηκε ποτέ ο Ατατούρκ και δεν χρειάστηκε ποτέ, καθώς ο ίδιος ήταν ο αξεπέραστος μάστορας του image control χτίζοντας την εμφάνισή του, το στυλ της ομιλίας του και τον τρόπο διαβίωσής του. Ηταν πολύ λογικό η πλησιέστερη σ’ αυτόν παρουσία, η Σαμπιχά, να επηρεαστεί. Οταν μιλούσε για τον Ατατούρκ, τα μάτια της άστραφταν από θαυμασμό:

“Φρόντιζε πολύ τον εαυτό του και εγώ το γνωρίζω γιατί με έπαιρνε μαζί του και στα πεδία των μαχών ή όταν πήγαινε για επιθεωρήσεις του στρατού. Εγώ ήμουν συνηθισμένη ως πιλότος πολεμικών αεροσκαφών, καθώς είχα κάνει και πολλές καταδρομές, ειδικά στη νοτιοανατολική Τουρκία. Οι συνθήκες δεν ήταν ποτέ ιδανικές για να φροντίζει κανείς τον εαυτό του, αλλά ο Ατατούρκ ακόμα και σ’ εκείνη τη δύσκολη κατάσταση δεν αμελούσε ποτέ τον εαυτό του και την εμφάνισή του. Να σκεφτεί κανείς ότι πάντα υπήρχε μία σκηνή ειδική για το μπάνιο του, που στηνόταν δίπλα στη σκηνή όπου έμενε. Πάντα μοσχομύριζε.”

Σε αυτούς τους χαλεπούς και δύσμοιρους καιρούς η εμμονή και η εκζήτηση του Μουσταφά Κεμάλ για το ντύσιμό του δεν θεωρήθηκε ποτέ περίεργη ή εξωπραγματική για τις περιστάσεις, αλλά, αντίθετα, αντί να δημιουργηθούν ερωτηματικά μετατράπηκε σε σημείο θαυμασμού και διαφοροποίησής του από τους κοινούς θνητούς, που ήταν όλοι τους πολύ μα πολύ φτωχοί. Αυτήν την αντίστιξη την παρέκαμπταν οι Τούρκοι και οι περισσότερες Τουρκάλες δεν χόρταιναν να εκθειάζουν την ομορφιά και την κομψότητά του. Μόνο σε κάτι χαλαρές βραδιές με πολύ ρακί στην Αγκυρα μερικοί παλιοί θυμόντουσαν ότι είχε κοντά πόδια και μεγάλο κορμό και ήταν πολύ κοντός. Ανάμεσα στους θαυμαστές ήταν και ο στρατηγός Κενάν Εβρέν, ο οποίος αντέγραψε κάθε φορεσιά του Κεμάλ και ντύθηκε ακριβώς όπως ο ιδρυτής χωρίς τον αέρα εκείνου. Ομως οι στρατηγοί προχώρησαν λίγο παρακάτω όταν, μετά το πραξικόπημα του 1981, με δικαιολογία ότι “ποτέ ο Ατατούρκ δεν ήταν τόσο κοντός”, ξήλωσαν το καμωμένο βάσει των πραγματικών διαστάσεων άγαλμα του Μουσταφά Κεμάλ στο Μπουγιούκ Γιαλί. (…) 

Η βασική ιδέα του Μουσταφά Κεμάλ είναι ότι η Τουρκία έπρεπε να γίνει μέρος της Ευρώπης, και αυτή η στροφή, όσο και το ερώτημα, είναι στην ημερήσια διάταξη από τότε μέχρι σήμερα. (…) Για τη Σαμπιχά η ιδέα του για τη θέση της γυναίκας ήταν καθοριστική για τη διαμόρφωσή της. Ισως γι’ αυτό ο Ατατούρκ προτρέχοντας διάλεξε ένα επάγγελμα όπως του πιλότου, που δεν υπήρχε ακόμα στην Τουρκία. Η ιδέα του ότι οι γυναίκες έπρεπε να αναβαθμιστούν πάραυτα και με αποφασιστικότητα είχε σχηματιστεί από νωρίς. “Οσον αφορά τις γυναίκες, πρέπει να είμαστε τολμηροί” σημείωνε ήδη τον Ιούλιο 1918 στα Σημειωματάρια του Κάρλσμπαντ. Αυτή η άποψή του για τις γυναίκες, όπως και οι άλλες, θα έπαιρνε σάρκα και οστά με πραξικοπηματικό τρόπο λίγο μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ο ίδιος με τη συμπεριφορά του θα έδινε για άλλη μία φορά το παράδειγμα. Ετσι φρόντισε τα κορίτσια του να σπουδάσουν. Πρώτη και καλύτερη η Σαμπιχά ήταν απόφοιτη του Αμερικανικού Κολεγίου, που ήταν το καλύτερο σχολείο της Κωνσταντινούπολης. Τη Σαμπιχά διάλεξε ο Ατατούρκ για να πλάσει το μοντέλο της νέας δυναμικής και σύγχρονης Τουρκάλας. Αυτήν που την υιοθέτησε μετά τη Συμφωνία της Λωζάννης, όταν είχε καταργηθεί το σουλτανάτο αλλά και το χαλιφάτο. Την υιοθέτησε το 1925 και την πήρε μαζί του στην Αγκυρα στο προεδρικό μέγαρο της Τσάνκαγια να ζήσει μαζί του. Τότε μόλις είχε χωρίσει από τη γυναίκα του, τη σπουδασμένη στη Σορβόννη και στο Λονδίνο χειραφετημένη νομικό Λατιφέ Ουσακλιγκίλ. Ηταν πολύ νεότερή του η Λατιφέ, ταξιδεμένη, πολύ σπουδαγμένη και πολύ πλούσια.»

Πολέμιος των μεντρεσέδων

o-kemal-atatoyrk-kai-i-kori-toy2
Στο σπίτι της στο Καβακλί Ντερέ, στην Αγκυρα, το 1990. Η Σαμπιχά Γκιοκτσέν ήταν πλέον 79 ετών. (Φωτ.ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΥΣΤΑΚΙΔΟΥ)

«Συχνά η επιμονή του Μουσταφά Κεμάλ να στρέψει την Τουρκία προς την Ευρώπη δέχτηκε έντονες επικρίσεις. Ακόμα πιο συχνά οι επικριτές του τον κατηγόρησαν ότι δεν γνώριζε σε βάθος το Ισλάμ για να το εκτιμήσει. Αυτό δεν ισχύει, καθώς ήδη το 1905, μόνο είκοσι δύο χρονών, στο πρώτο του πόστο, ως αρχηγός επιτελείου, ο Μουσταφά Κεμάλ πήγε στη Δαμασκό, μεγάλο κέντρο του ισλαμικού πολιτισμού, και πολέμησε στη Συρία. Εμεινε χρόνια στη Μέση Ανατολή, το τελευταίο προπύργιο των Οθωμανών και οι τελευταίες τους κτήσεις πριν από την τελική κατάρρευση. Ετσι σε διάφορες αποστολές γνώρισε καλά τον Λίβανο, την Παλαιστίνη και τη Συρία. Μετά τη Μέση Ανατολή γνώρισε τις αραβικές χώρες της Βόρειας Αφρικής, καθώς εκεί πολέμησε με Αραβες και Βερβέρους εναντίον των Ιταλών. Εχοντας ταξιδέψει σχεδόν σε όλον τον ισλαμικό κόσμο της εποχής εκείνης κατάφερε να δει τον ισλαμικό πολιτισμό σε όλες του τις εκφάνσεις. Θα ήταν μεγάλη αδικία να του προσάψουμε άγνοια του Ισλάμ. Αντίθετα, θα μπορούσε να πει κανείς ότι γνώριζε το Ισλάμ πολύ καλά.

Ακριβώς επειδή γνώριζε το Ισλάμ μισούσε τη “στενομυαλιά” των παραδοσιακών θεολόγων και την παιδεία του μεντρεσέ και των ιερατικών σχολείων που κρατούσαν δέσμια την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Γνώριζε ακόμα καλά και τις ιδεοληψίες και τις προκαταλήψεις των διαφόρων σεΐχηδων από τα τάγματα και τις αδελφότητες με την τεράστια πολιτική δύναμη και τον έλεγχο της εξουσίας. Ισως τα τάγματα να είχαν πολύ περισσότερη δύναμη από το επίσημο Σουνί Ισλάμ, όπως συμβαίνει και σήμερα. Ομως αν ο Μουσταφά Κεμάλ μπόρεσε να αποδυναμώσει το επίσημο Ισλάμ, δεν κατάφερε ποτέ το μεγάλο χτύπημα στις αδελφότητες, ούτε τις αποκεφάλισε όπως ήθελε. Κανείς δεν μπορεί να τον επικρίνει ότι δεν γνώριζε καλά το Ισλάμ. Απλώς πίστευε ότι δεν μπορεί να συνυπάρξει ένα σύγχρονο έθνος με την παράδοση. Ισως σε μία άλλη εποχή θα κατέκριναν τις μεθόδους του και τον αυταρχισμό του. Ενα είναι γεγονός, ότι πίστευε όσο κανείς άλλος στην πρόοδο και στον εαυτό του. Πιο πολύ από όλους οι γυναίκες ήταν άμεσα κερδισμένες από τις απολυταρχικές μεθόδους του, καθώς με τον αστικό κώδικα επέβαλε τον γάμο με μία μόνο γυναίκα και άνοιξε την αγορά εργασίας για αυτές».