ΒΙΒΛΙΟ

«Ανέχεται πάσαν άλλην Θρησκείαν»

Οι πολιτικοί και κοινωνικοί συσχετισμοί και η θρησκευτική ελευθερία στα Συντάγματα της Επανάστασης

«Ανέχεται πάσαν άλλην Θρησκείαν»

Ξενοφών Ι. Κοντιάδης
Η περιπετειώδης ιστορία των επαναστατικών Συνταγμάτων του 1821 – Η θεμελιωτική στιγμή της ελληνικής πολιτείας
εκδ. Καστανιώτης, σελ. 196

Η Επανάσταση του 1821 δεν πρέπει να προσεγγίζεται μονοσήμαντα ως ένα στρατιωτικό γεγονός. Αντιθέτως, έχει και άλλες, πολιτειακές λόγου χάρη, συνδηλώσεις και παραμέτρους, οι οποίες, με αφορμή τα 200 έτη από το ξέσπασμά της που γιορτάζουμε τούτη την πανδημική χρονιά, είναι αναγκαίο αναστοχαστικά να αναδειχθούν. Ετσι, η εύφημη μνεία δεν αρκεί να περιορίζεται στα διάσημα τοπόσημα του 1821, όπως είναι, π.χ., η Γραβιά, η Τριπολιτσά, τα Δερβενάκια και το Μεσολόγγι, όπου άρχισε να ενυλώνεται το όραμα της εθνικής ανεξαρτησίας, αλλά πρέπει να καταλαμβάνει και άλλους χώρους, όπως τον πορτοκαλεώνα της Πιάδας και το λεμονόδασος της Τροιζηνίας, όπου γεννήθηκε ο ελληνικός συνταγματισμός. Τις ωδίνες αυτού του τοκετού επιχειρεί να ανιχνεύσει ο καθηγητής του Παντείου Ξ. Κοντιάδης στο τελευταίο του βιβλίο, όπου ξεδιπλώνεται η περιπετειώδης ιστορία των επαναστατικών συνταγμάτων του 1821.

«Ανέχεται πάσαν άλλην Θρησκείαν»-1Τη στόχευση του βιβλίου οριοθετεί αυθεντικά ο ίδιος ο συγγραφέας στα προλεγόμενά του (σ. 17). Ετσι, το βιβλίο «δεν φιλοδοξεί να ξαναγράψει τη συνταγματική ιστορία της Επανάστασης, αλλά επικεντρώνεται στους πολιτικούς συσχετισμούς και στις κοινωνικές συγκρούσεις που επηρέασαν καθοριστικά το περιεχόμενό τους, στις επιδράσεις που δέχτηκαν και στις ιστορικές περιστάσεις υπό τις οποίες θεμελιώθηκαν…». Με άλλα λόγια, επιχειρείται μία εναλλακτική ανάγνωση της ελληνικής συνταγματογένεσης, στο πλαίσιο της οποίας αναζητούνται απαντήσεις στα ακόλουθα, μεταξύ άλλων, καίρια ερωτήματα: Πόσο σημαντικές είναι για τη θέσπιση των Συνταγμάτων του Αγώνα οι διενέξεις μεταξύ προκρίτων και οπλαρχηγών, αυτοχθόνων και ετεροχθόνων; Αν και σε ποιο βαθμό επηρεάστηκαν αυτά από τα γαλλικά επαναστατικά συντάγματα; Ποια είναι η ανθρωπογεωγραφία της Α΄ Εθνοσυνέλευσης και πώς αποτιμάται το πρώτο επαναστατικό σύνταγμα;

Είναι γνωστό ότι τα Συντάγματα του Αγώνα, τα οποία αποτελούν τη θεσμική θωράκιση της Επανάστασης, επιφυλάσσουν ξεχωριστή θέση στη θρησκεία. Εχει τη δική του σημειολογική αξία το γεγονός ότι οι εργασίες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης στην Επίδαυρο ξεκίνησαν με την τέλεση θείας λειτουργίας από τον πληρεξούσιο, Επίσκοπο Ταλαντίου (μετέπειτα Μητροπολίτη Αθηνών) Νεόφυτο (Μεταξά)… Ετσι, οι περί θρησκείας πρόνοιες μεθοδολογικά προτάσσονται και περιλαμβάνονται στο Α΄ Τμήμα των Συνταγμάτων, δείχνοντας ότι για τους επαναστατημένους Ελληνες αποτελούσε αξιακή προτεραιότητα η μέριμνα για τη θρησκεία.

Θρησκευτικό κριτήριο

Ειδικότερα, το Σύνταγμα 1822, αφού αναγορεύει την Ορθόδοξη Εκκλησία ως επικρατούσα, προβλέπει ότι η Διοίκηση της Ελλάδος «ανέχεται πάσαν άλλην Θρησκείαν, και αι τελεταί και ιεροπραγίαι εκάστης αυτών εκτελούνται ακωλύτως». Πόσο φιλελεύθερο αποδεικνύεται, άραγε, το Σύνταγμα της Επιδαύρου στο ζήτημα της θρησκευτικής ελευθερίας; Απροϋπόθετα την αναγνωρίζει ή, μήπως, μόνο υπόρρητα την εξαγγέλλει; Εν προκειμένω, έχω την αίσθηση ότι καθιερώνεται μάλλον η ανοχή κάθε άλλης θρησκείας (ανεξιθρησκεία) και όχι ένα πλήρες, ευρύτερο και θετικότερο δικαίωμα θρησκευτικής ελευθερίας, το οποίο, πάντως, ήταν άγνωστο ακόμα και στις πλέον ρηξικέλευθες και φιλελεύθερες διακηρύξεις του Διαφωτισμού… Παρά ταύτα, επιτυχέστερη θεωρώ τη διατύπωση στην οποία γίνεται λόγος περί ελευθερίας και όχι περί ανοχής, την οποία υιοθετεί το Σύνταγμα της Τροιζήνας (1827).

Ωστόσο, ενώ κατοχυρώνεται η θρησκευτική ελευθερία, υιοθετείται το θρησκευτικό κριτήριο για τη ρύθμιση της ελληνικής ιθαγένειας, η οποία επιφυλάσσεται μόνο σε «όσους αυτόχθονες κατοίκους της επικρατείας της Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν», πρόβλεψη που θέτει σε αμφιβολία την «καθολικότητα» και τον «κοσμοπολιτισμό» των «γενικών δικαιωμάτων των κατοίκων», όπως εύστοχα παρατηρεί ο συγγραφέας (σ. 107). Πράγματι, εδώ εμφανίζεται μία αξιακή αντίφαση, η οποία αμβλύνεται εάν εντάξουμε την ανάγνωσή της στον ιστορικό περίγυρο της εποχής της. Από την άλλη, το γεγονός ότι τα Συντάγματα του Αγώνα συναρτούν την ιδιότητα του πολίτη με τη θρησκεία καταφάσκει τη διαπίστωση πως αυτά «παρά τις επιδράσεις του γαλλικού συνταγματισμού, παρουσιάζουν δικά τους, αυτοτελή χαρακτηριστικά, που προκύπτουν ακριβώς από τις ιδιαιτερότητες της Επανάστασης του 1821» (σ. 55).

Στα επαναστατικά Συντάγματα, με τα οποία ξεκίνησε το «ταξίδι» του ελληνικού συνταγματισμού, πρέπει να πιστωθεί η διορατική αναγνώριση παραδοχών που θεωρούνται αυτονόητες σήμερα. «Δεν μπορούμε», όμως, σημειώνει ο συγγραφέας, «να κατανοήσουμε πλήρως το περιεχόμενο και τις λειτουργίες των Συνταγμάτων, αν δεν ανατρέξουμε στα ιστορικά γεγονότα που καθορίζουν τη γέννηση και την εφαρμογή τους…» (σ. 135). Το επίκαιρο έργο του καθηγητή Κοντιάδη, με την εύληπτη γραφή και τη ρέουσα αφήγηση, μας το υπενθυμίζει με τον πλέον εμφατικό τρόπο…

* Ο κ. Γεώργιος Ι. Ανδρουτσόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής του Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και δικηγόρος.