ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Ζωγραφίζοντας τη θαλπωρή της εστίας

zografizontas-ti-thalpori-tis-estias-561511306

«Εχω μια μεγάλη αγάπη στα σπίτια, για μένα είναι σαν όντα», λέει η ζωγράφος Λήδα Κοντογιαννοπούλου. 

Η ξενάγηση στην έκθεση «Το σπίτι της μνήμης», που παρουσιάζεται στην Πινακοθήκη Γκίκα, έχει ολοκληρωθεί και συζητάμε για όσα την παρακίνησαν να αφιερώσει περίπου πέντε χρόνια ζωγραφίζοντας εσωτερικά κατοικιών. Ή ό,τι ακριβέστερα περιγράφει ο επιστημονικός διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη, Γιώργης Μαγγίνης, ως «πορτρέτα δωματίων» συγκρίνοντας  το συγκεκριμένο είδος ζωγραφικής με τα πορτρέτα των ανθρώπων: και στις δύο περιπτώσεις ο καλλιτέχνης αποκαλύπτει το ιδιωτικό και φωτίζει την ατομικότητα έτσι όπως αντανακλάται στον χώρο, στα αντικείμενα, στα χρώματα, στις φόρμες που κυριαρχούν εκεί όπου κατοικούμε. Ενδεχομένως η ευαισθησία της ζωγράφου απέναντι στα σπίτια να έχει τις ρίζες της στην παιδική της ηλικία και τις οικογενειακές αφηγήσεις για το «παλιό σπίτι», όπως το ονόμαζαν οι δικοί της, το οποίο είχε χίλιες ομορφιές. Πάντως η αρχική ιδέα της παρούσας έκθεσης ανήκει στη ζωγράφο Νίκη Ελευθεριάδη και το πρώτο εσωτερικό γεννήθηκε στο σπίτι του Παναγιώτη Τέτση τον Δεκέμβριο του 2015. Ακολούθησε μια στάση στο σπίτι της Ναταλίας Μελά, η επιστροφή στο σπίτι του Παναγιώτη Τέτση, που όμως πλέον είχε «βαρύνει» πολύ από την ηλικία. Μέχρι που τον χειμώνα του 2016-17 η Λήδα Κοντογιαννοπούλου ανακάλυψε το σπίτι του Γιώργου Σεφέρη στην οδό Αγρας 20. 

«Σε όλα τα σπίτια ένιωθα ζεστασιά. Ομως, το σπίτι της οδού Αγρας είναι ένας χώρος πλούσιος σε συναισθήματα, προσωπικά αντικείμενα και αναμνηστικά, που ο χρόνος άφησε σχεδόν ανέγγιχτο», θυμάται η ίδια για την πρώτη της επαφή με τη θρυλική κατοικία Σεφέρη. «Η κυρία Αννα Λόντου μού έδωσε την ελευθερία να μετακινώ έπιπλα και λάμπες, ώστε να ζωγραφίζω συνθέσεις που με ενδιέφεραν», προσθέτει. Κι έτσι έμεινε εκεί πολλούς μήνες, δουλεύοντας 6-7 ώρες την ημέρα.

Οι χώροι αποτελούν τη ραχοκοκαλιά στο «Σπίτι της μνήμης», ενώ την έκθεση πλαισιώνουν προσωπικά αντικείμενα του Γιώργου Σεφέρη, μικρός φόρος τιμής στη συμπλήρωση 50 χρόνων από τον θάνατό του. Η θαλπωρή που γεννά η εστία είναι εμφανής σε όλα τα έργα: τα θερμά χρώματα κυριαρχούν και τα εσωτερικά λούζονται από ένα πορτοκαλί φως που «σε παίρνει αγκαλιά», λέει η ζωγράφος.  Η παραστατικότητα της δουλειάς της αντλεί από τη ζωγραφική παράδοση του 19ου αιώνα περισσότερο, παρά από την ακρίβεια της φωτογραφίας. Τα αντικείμενα και τα σιωπηλά πρόσωπα αποτελούν τα πειστήρια μιας ζωής που βρίσκεται σε κίνηση, αλλά έξω από το κάδρο. Οι παραμορφώσεις της εικόνας, που σε ορισμένες περιπτώσεις θυμίζουν ευρυγώνιο φακό, εξυπηρετούν στην πραγματικότητα τις απαιτήσεις μιας μεγαλύτερης σύνθεσης που επιδιώκει να αποδώσει πλήρως αυτά τα ιδιότυπα ψυχογραφήματα.

Την επιμέλεια της έκθεσης έχει κάνει ο Νίκος Παΐσιος και τον σχεδιασμό ο Διονύσης Φωτόπουλος. Εως 8.1.22.