ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Δοκιμάζοντας τα ρευστά όρια της μνήμης

Ο Κυριάκος Μορταράκος παρουσιάζει έργα πρόσφατης παραγωγής με τα οποία κλείνει τη διαλεκτική με το παρελθόν

Δοκιμάζοντας τα ρευστά όρια της μνήμης

Με τον Κυριάκο Μορταράκο έχεις τη βεβαιότητα ότι ο χρόνος κυλά ασύμμετρα και πως τα χάσματα δεν πρέπει απαραίτητα να γεμίζουν. Στη νέα ατομική έκθεσή του στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη, στην πλατεία Κολωνακίου, ο λευκός χώρος λειτουργεί ως ένα οργανωμένο κενό ούτως ώστε τα έργα περιμετρικά, σε μεγάλες και μικρότερες διαστάσεις, να σχηματίζουν μια αιωρούμενη ζωφόρο. Υπάρχει μια αίσθηση μετέωρης ισορροπίας, καθώς έννοιες όπως η γεωμετρία ή η γραμμικότητα απουσιάζουν πλήρως. Ο Κυριάκος Μορταράκος είναι ένας άνθρωπος που βιώνει τη δημιουργία αμφίσημα, τόσο ως μοναχικός γεννήτορας ιδεών και έργων όσο και ως δημόσιος παιδαγωγός. Με την έκθεση αυτή έρχεται να ολοκληρώσει μια άτυπη τριλογία πάνω στο ίχνος και στον αόριστο χρόνο. «Είναι σαν να τελειώνω με το παρελθόν», λέει. Με την έκθεση που ονόμασε «Διαγραφή» ορίζει την αφηρημένη έννοια του σβησίματος, της μουντζούρας. «Με τη Διαγραφή», λέει, «έρχεται να κουμπώσει μια διαδικασία πάνω στο ίχνος».

Εργα με εσωτερική πνοή, καθώς πηγάζουν από ισχυρή παρόρμηση, οι δημιουργίες του Κυριάκου Μορταράκου αρμολογούνται νοερά πάνω σε εμμονικά leitmotiv. Θέματα έρχονται και επανέρχονται, κυκλώνουν απουσίες, απώλειες, ψευδαισθήσεις, καταρρίπτουν βεβαιότητες και νομιμοποιούν παραισθήσεις, εμπλέκονται σε βουβούς διαλόγους με συνθήματα στον τοίχο. Το αποτέλεσμα είναι εξίσου σημαντικό με τη μουντζούρα που προηγήθηκε. «Ολα τα πράγματα έχουν σημάδια», λέει, δείχνοντας ακόμη και σκιές ή λεκέδες στον τοίχο, στον δρόμο, στο εργαστήρι. «Σκεφτείτε πώς θα ήταν αν δεν είχαμε γομολάστιχες στο σχολείο… Τα σημάδια είναι για να υπάρχουν παντού». Και το σβήσιμο και το τσαλάκωμα είναι μια αφετηρία. «Διαγράφεις και τσαλακώνεις επιθετικά».

Οργανώνοντας την οπτική του στον χώρο και στον χώρο σε μια ενιαία, σχεδόν ψευδαισθητική διάθλαση, ο Κυριάκος Μορταράκος βαθαίνει τη σκέψη του ορμώμενος από διάφορες αφετηρίες για να καταλήξει να μιλήσει και να σχολιάσει το ίχνος. Θα μπορούσε να μιλήσει για «την ιστορία της μουντζούρας» και να σε παρασύρει σε έναν απρόσμενο τόπο δέους και ιερότητας, εκεί όπου προορισμός δεν είναι το τέλειο περίγραμμα αλλά οι δίνες της διαδρομής. Εγγραφές προσώπων, σκιές αθανάτων, απρόσμενα μονοπάτια σε μια θέωση της έμπνευσης. Οι απώλειες προσφιλών προσώπων, φίλων, συναδέλφων και του αγαπημένου του αδελφού Παρασκευά τον οδήγησαν πριν από μερικά χρόνια να ανασκαλέψει τη χώρα του πένθους μέσα από εκδοχές απώλειας, απουσίας, ίχνους και αορίστου χρόνου. Παράλληλα, η συνάντησή του, γύρω στο 2008, με το έργο του Βαν Γκογκ, στο Μουσείο Βαν Γκογκ στο Αμστερνταμ, απελευθέρωσε εσωτερικούς διαύλους συγγένειας και έλξης, κυρίως πάνω στην οπτική του χώρου και της απουσίας, όπως συμβολικά ανιχνεύονται στο δωμάτιο του Βαν Γκογκ με το κρεβάτι, το παράθυρο, την καρέκλα.

Το δωμάτιο

Με τη «Διαγραφή», έρχεται να κουμπώσει μια διαδικασία πάνω στο ίχνος.

Ο Κυριάκος Μορταράκος προσέρχεται στην περίπλοκη, ψυχολογικά, διεργασία της προσομοίωσης, με άξονα το δωμάτιο του Βαν Γκογκ. Το στοιχείο της εφήμερης παρουσίας και της περισσότερο διαρκούς απουσίας των πραγμάτων στον χώρο σηματοδοτείται από την εξπρεσιονιστικής καταβολής αισθητική των ενεπίγραφων στοιχείων, που μπορεί να δηλώσουν «εδώ ήταν ένας καθρέφτης».

Ομοίως, το παράθυρο ή η καρέκλα διυλίζονται στον χρόνο και φέρουν τόσο την περιπέτεια της ύλης μέσω της αποσάθρωσης όσο και τη σχετικότητα του ίχνους τους. Και τα δύο, ύλη και απουσία ύλης, συγκροτούν μια εμπειρία χώρου. Τα έργα του Κυριάκου Μορταράκου μπορούν να ιδωθούν με ποικίλους τρόπους. Αν αγνοεί κανείς τις εσώτερες αφετηρίες του ζωγράφου, θα αντιληφθεί την αμφισβήτηση της γεωμετρίας μέσα από την κυριαρχία παράταιρων, φαινομενικά, όγκων που ορίζουν, τέμνουν και διαιρούν το περιβάλλον.

Τα εσωτερικά του Κυριάκου Μορταράκου θυμίζουν εκδοχές μιας ιδιάζουσας νεκρής φύσης χωρίς αντικείμενα αλλά με αποτυπώματα ή με θραύσματα, ενίοτε, δε, με σπαράγματα ή ακόμη και με σπόλια, περασμένων διαδρομών.

Η καρέκλα του χαμένου αδελφού, που ήταν μαραγκός (μαραγκός ήταν και ο Ιησούς, λέει ο Κυριάκος Μορταράκος), παιδιά και οι δύο του μηχανοξυλουργού πατέρα, βγαλμένη από χέρια έμπειρα που μεταμόρφωναν την ύλη, φτάνει στα έργα του Μορταράκου να είναι ένθετο στοιχείο βαθμιαίας εξαΰλωσης. Η καρέκλα του αδελφού, όπως και η καρέκλα στο δωμάτιο του Βαν Γκογκ, η καρέκλα που είχε διασωθεί στον Διρό, διαθλώνται ως αποτύπωμα και συγκλίνουν ως φθίνουσα ύλη. Ενθετα κάθετα στοιχεία στα έργα του Μορταράκου, συχνά με έντονο χρώμα, κόκκινο ή μπλε, ή γκρι του άνθρακα, ή μαύρο, απλώς υπάρχουν. Επρεπε να υπάρχουν. «Μη με ρωτήσετε γιατί». Αυτοί οι όγκοι υπάρχουν, και αν σκεφτείς τα έργα χωρίς αυτούς, κατανοείς την αναγκαιότητά τους.

Ενα στοιχείο ιερότητας διατρέχει αυτή την τόσο πρωτογενή, υβριδική, άμεση, σε σημείο τραχύτητας και βίας, επαφή με την ύλη και την ιδέα της ύλης. Ενα στοιχείο θρησκευτικό, ένα στοιχείο παγανιστικό, αν σκεφτεί κανείς την ένθεη λατρεία του δωματίου και των πραγμάτων σε καθεστώς παρουσίας – απουσίας. Εντέλει, η σκιά πρυτανεύει, κυρίως η αίσθηση ότι κάπου υπήρξε ίχνος.

Δοκιμάζοντας τα ρευστά όρια της μνήμης-1
Ενθετα κάθετα στοιχεία στα έργα του, συχνά με έντονο χρώμα, κόκκινο ή μπλε, ή γκρι του άνθρακα, ή μαύρο, απλώς υπάρχουν. Επρεπε να υπάρχουν. «Μη με ρωτήσετε γιατί», λέει ο δημιουργός. (CHRIS DOULGERIS)
Δοκιμάζοντας τα ρευστά όρια της μνήμης-2