ΜΟΥΣΙΚΗ

Εντυπωσιακό Τρίτο Σεν-Σανς από τον Θοδωρή Τζοβανάκη

entyposiako-trito-sen-sans-apo-ton-thodori-tzovanaki-561595888

Το Τρίτο Κοντσέρτο για πιάνο του Καμίγ Σεν-Σανς παραμένει μάλλον άδικα στη σκιά του περισσότερο δημοφιλούς Δεύτερου, αλλά επίσης του Τέταρτου και του Πέμπτου Κοντσέρτου του ίδιου συνθέτη. Τα στοιχεία της γραφής που στην εποχή του τάραξαν το κοινό, σήμερα πλέον ξενίζουν ελάχιστους. Επιπλέον, το επίπεδο των ερμηνευτών διεθνώς βρίσκεται πλέον σε τόσο υψηλό σημείο, ώστε οι σημαντικές δεξιοτεχνικές και εκφραστικές προκλήσεις του έργου να μπορούν να αντιμετωπιστούν με επιτυχία όχι μόνον από λιγοστούς ταλαντούχους εκτελεστές, όπως υπήρξε ο πιανίστας και συνθέτης του έργου, ο οποίος το ερμήνευσε πρώτος στη Λειψία το 1869.

Το απέδειξε στις 22 Οκτωβρίου στην αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης» ο πιανίστας Θοδωρής Τζοβανάκης, ερμηνεύοντας το έργο με απολύτως πειστικό τρόπο. Από τα απαιτητικά πρώτα μουσικά μέτρα έως το ζωηρό και ταραχώδες τελευταίο μέρος του κοντσέρτου, ήταν εμφανής η σιγουριά του πιανίστα σε ό,τι αφορούσε τη δεξιοτεχνία.

Χαρακτηριστικό της ερμηνείας ήταν ένα παίξιμο μεγάλης ευγένειας και λεπτότητας.

Ταυτόχρονα, ο έλεγχος της δυναμικής, η άνεση με την οποία το πιάνο επιβαλλόταν στην ορχήστρα ή όριζε τη συνομιλία μαζί της στο ίδιο επίπεδο, έδινε πλαστικότητα και παλμό στη μουσική. Ωστόσο, το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ερμηνείας του Τζοβανάκη, αυτό που κόμισε στο έργο πέρα από την τεχνική σιγουριά και τη δεξιοτεχνική άνεση, ήταν ένα παίξιμο μεγάλης ευγένειας και λεπτότητας στις λυρικές παραγράφους, τόσο στο πρώτο όσο και στο δεύτερο μέρος του Κοντσέρτου. Ειδικότερα στο δεύτερο μέρος το πλήθος των αποχρώσεων προσέφερε εκφραστικότητα και ειλικρινές συναίσθημα στη μουσική, στοιχείο που στις μέρες μας προκαλεί αμηχανία στους περισσότερους πιανίστες.

Tον πιανίστα συνόδευε η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υπό τη διεύθυνση του Γιάκοπο Σιπάρι ντι Πεσκασερόλι. Ο 36χρονος Ιταλός αρχιμουσικός υπήρξε ευχάριστη έκπληξη, καθώς είχε πολύ καλό έλεγχο της ορχήστρας, όπως φάνηκε και στη «Σκωτική» Συμφωνία του Μέντελσον, η οποία ακολούθησε. Το έργο είναι γνωστό στην Κρατική και συνεπώς ο Πεσκασερόλι ξεκινούσε από καλή βάση. Ισως ήταν αυτός ο λόγος που έβγαλε από την ορχήστρα αρκετά χρώματα, από τη χαμηλόφωνη αρχή, το χαρούμενο ανάλαφρο δεύτερο μέρος, το εξαιρετικής ομορφιάς τρίτο, με τον συναρπαστικό διάλογο των δύο αντιθετικών μουσικών θεμάτων του, έως την εντυπωσιακή κατάληξη της Συμφωνίας. Συνολικά ήταν μια ερμηνεία με παλμό και σαφή αίσθηση όσων εκφράζει το έργο, έστω και αν υπολειπόταν σε επιμέρους εκλεπτύνσεις.

Πολύ καλά συνεργάστηκαν τα κόρνα, αν και την τιμητική τους στη συγκεκριμένη συναυλία είχαν τα φλάουτα (Πιλαφτσή, Γιάρκε), τα οποία διαδραμάτισαν επίσης σημαντικό ρόλο στο εναρκτήριο έργο της συναυλίας, με τίτλο «Ο μέγας Παν τέθνηκε» του Τάσου Ρωσόπουλου, ένα έργο για «το τέλος της φύσης», όπως σημειώνει ο συνθέτης. Η μουσική αφηγήθηκε με αμεσότητα και φυσικότητα την πάλη ανάμεσα σε δύο αντιθετικά στοιχεία. Λυρική, μελωδική, έπλασε τις απαραίτητες εικόνες χάρη και στην ενορχήστρωση: τον διάφανο ήχο των ξύλινων πνευστών και της άρπας, όπως επίσης τα σκοτεινά βάθη της τούμπας, που υπενθύμιζαν σταθερά πως στην ουσία τίποτε δεν πεθαίνει, απλά μετασχηματίζεται και αναμένει.