ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Ρένα Παπασπύρου: «Το δικό μου τοπίο είναι η πόλη»

Το νέο έργο της Ρένας Παπασπύρου, με τίτλο «Βρυάξιδος 11 και Ασπασίας: Η άγνωστη όψη», στη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση

rena-papaspyroy-to-diko-moy-topio-einai-i-poli-561630310

Ενας τοίχος φυτρώνει μέσα από έναν άλλο. Μία γωνία 15 τετραγωνικών μέτρων, σαν την πλώρη ενός τεράστιου καραβιού, διεμβολίζει το ισόγειο της Στέγης. Το νέο έργο της εικαστικού Ρένας Παπασπύρου, μια εγκατάσταση ύψους δυόμισι μέτρων με τίτλο «Βρυάξιδος 11 και Ασπασίας: Η άγνωστη όψη», ανατρέπει την τάξη των πραγμάτων φέρνοντας το έξω, μέσα και το πριν στο τώρα.

Τι είναι Βρυάξιδος 11 και Ασπασίας; «Ενα μονώροφο γωνιακό σπίτι που δεν υπάρχει πια. Κατεδαφίστηκε», λέει η Ρένα Παπασπύρου. Εχει πλησιάσει κοντά στο έργο και ελέγχει με το χέρι της την επιφάνεια του τοίχου, τον οποίο η ίδια σχεδίασε και συνέθεσε. «Η επιφάνεια αυτή δεν υπήρξε ποτέ», εξηγεί. «Το σπίτι κατοικήθηκε κάποτε και μετά ερειπώθηκε. Μια φορά, το 2016, κόλλησα επάνω στην πρόσοψη ένα κομμάτι χαρτί μεγέθους Α4, και την άλλη μέρα το ξεκόλλησα για να δω τι υπάρχει εκεί. Είδα λοιπόν την πίσω όψη, η οποία μου έκανε μεγάλη εντύπωση, κατ’ αρχήν επειδή συνήθως παραμένει αόρατη. Η μέσα πλευρά της πρόσοψης είχε καταγράψει όλες τις δράσεις που αλλεπάλληλα τροποποίησαν την εξωτερική επιφάνεια του κτιρίου. Αφισοκολλήσεις, διαδοχικά βαψίματα, γκράφιτι και σημειώματα των περαστικών, ό,τι συνέβη στη διάρκεια των περίπου 70 χρόνων που έζησε αυτό το σπίτι, αποτυπώνεται σε στρωματώσεις χρωμάτων που η μία κάλυπτε την άλλη».

rena-papaspyroy-to-diko-moy-topio-einai-i-poli0
Το έργο, μία γωνία 15 τετραγωνικών μέτρων, σαν την πλώρη ενός τεράστιου καραβιού, διεμβολίζει το ισόγειο της Στέγης (πάνω). «Ξαναγυρίζω διαρκώς στα πράγματα με τα οποία ξεκίνησα», λέει η Ρένα Παπασπύρου.
rena-papaspyroy-to-diko-moy-topio-einai-i-poli2

Αυτές οι νέες «εικόνες στην ύλη», όπως ονομάζει η ίδια τις εικόνες που δημιουργεί, ενεργοποιούν τον άδειο εσωτερικό χώρο της Στέγης, και ξυπνούν το βλέμμα του θεατή. Μεταφέρουν το βίωμα μιας πόλης ευμετάβλητης, άτακτης, φθαρτής. Το ταξίδι στα συνειρμικά τοπία που αναδύονται ενισχύεται από τις λεπτομέρειες που ο τοίχος συγκρατεί. Είναι ένα πλούσιο πεδίο προβολής φαντασιακών εικόνων που φέρει επάνω του αποσπάσματα από μικρές πληροφορίες τις οποίες πρέπει να δεις από κοντά – σκόρπιες λέξεις περαστικών, αριθμοί τηλεφώνων, τυπογραφικά στοιχεία από τα φύλλα των εφημερίδων που χρησιμοποιήθηκαν στη διαδικασία αποκόλλησης, και ημερολογιακές εγγραφές που έγιναν από την εικαστικό. Το «Βρυάξιδος 11 και Ασπασίας» γεννήθηκε τους πρώτους μήνες της πανδημίας, όταν ο περιορισμός στα σπίτια επέτρεπε μόνον μικρές διαδρομές στη γειτονιά. Αποτελεί εκτός των άλλων ένα ιδιότυπο ημερολόγιο καραντίνας. «Ηταν ο σκοπός της ημέρας μου, η καθημερινή μου έγνοια: να πάω μέχρι το σπίτι, να κολλήσω καινούργιο χαρτί, να ξεκολλήσω το κομμάτι της προηγούμενης ημέρας, να το φέρω σπίτι, να το ισιώσω. Εκείνη την εποχή συντονίστηκα με το έργο. Και πιστεύω ότι η ιδέα να το χρονολογήσω, δημιουργήθηκε επειδή υπήρξε βασικό στοιχείο στήριξης του μυαλού και της ψυχής μου εκείνη τη δύσκολη περίοδο», λέει.

Σε αυτό το έργο για πρώτη φορά αποφάσισα να εμπιστευθώ το άγνωστο. Και να το δεχθώ. Οσο μεγαλώνεις φοβάσαι λιγότερο.

Η Ρένα Παπασπύρου είναι μία καλλιτέχνις που αγαπά τη σταθερότητα και την επανάληψη. «Ξαναγυρίζω διαρκώς στα πράγματα με τα οποία ξεκίνησα. Ισως τα αντιμετωπίζω με διαφορετικό τρόπο, αλλά παραμένουν τα ίδια», σχολιάζει αναφερόμενη στη δουλειά της. Γέννημα θρέμμα του Παγκρατίου, έχει το σπίτι και το εργαστήριό της εκεί που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Οσοι όμως την έχουμε δει να δουλεύει κάνοντας τις αποτοιχίσεις της, ξέρουμε ότι το πραγματικό της εργαστήριο είναι η πόλη, το κατεξοχήν πεδίο του εικαστικού της ενδιαφέροντος. «Από τη δεκαετία του 1970 αποφάσισα ότι θα δούλευα με τα υλικά του αστικού χώρου –χαρτί, άσφαλτο, ξύλο, μέταλλο, τοίχο–, στη μορφή που τα έβρισκα στον δρόμο. Για να μεταφέρω την όψη του τοίχου στο εργαστήριο, έμαθα τότε την τέχνη των συντηρητών», εξηγεί. Και εξακολουθεί να εμπνέεται από τα ίδια υλικά. «Αυτό είναι το δικό μου τοπίο: η πόλη μου, το τραπέζι μου, το δωμάτιό μου, το ταβάνι μου, οι λαμαρίνες με τις οποίες παλιότερα έκλειναν τα γιαπιά», λέει. «Είναι ο πραγματικός μου κόσμος· τον βλέπω, τον αγγίζω, τον περπατάω κάθε μέρα. Και παρότι δουλεύω τόσα χρόνια μαζί του, τώρα μου έδωσε κάτι νέο: μια άλλη εκδοχή του, την αθέατη πίσω όψη του. Σε αυτό το έργο για πρώτη φορά αποφάσισα να εμπιστευθώ το άγνωστο. Και να το δεχθώ. Οσο μεγαλώνεις φοβάσαι λιγότερο».

Στέγη Ιδρύματος Ωνάση, 18/12 – 27/2. Πληροφορίες για το ωράριο: onassis.org.

Διοργάνωση έκθεσης: Ίδρυμα Ωνάση

Επιμέλεια έκθεσης: Χριστόφορος Μαρίνος, Αφροδίτη Παναγιωτάκου, Γιώργος Τζιρτζιλάκης