Eγκώμιο του να πηγαίνεις σινεμά

Eγκώμιο του να πηγαίνεις σινεμά

Η έξοδος που κάνει την κοινωνική συναναστροφή παραπλανητικά υποφερτή

4' 40" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Στην ταινία του Νίκου Κούνδουρου Μαγική Πόλις οδηγήθηκα από μια playlist στο youtube. Αγνόησα την πρόταση. Λίγο καιρό μετά έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο του Βρασίδα Καραλή, Μια ιστορία του Ελληνικού Κινηματογράφου (Δώμα, 2023) και είδα ταινίες που μάλλον δεν θα έβλεπα αλλιώς. Μια απ’ αυτές ήταν και η Μαγική Πόλις. Δεν την είχα ξαναδεί. Ως παιδί που μεγάλωνε με ίντερνετ και μία απέχθεια για τα έμφυλα στερεότυπα απέφευγα τις ελληνικές ταινίες. Από σκόρπιες προβολές στην τηλεόραση των παιδικών μου χρόνων θυμόμουν τη σωματική απέχθεια που μού προκαλούσαν η κλειστοφοβία, η μιζέρια, οι πνιγηρά προκαθορισμένες ζωές των πρωταγωνιστών (ιδίως των γυναικών-η παθητικότητά τους!) και οι σκηνές όπου τις γυναίκες τις χαστούκιζαν ή τις αντιμετώπιζαν σαν χαζά παιδάκια. Μια κάποια ελευθερία απολάμβαναν οι πόρνες του σεναρίου. Το παιδικό μυαλό μου είχε καταμπερδευτεί.

Ενήλικη πια και αποφασισμένη να μην απορρίπτω έργα έτσι τεμπέλικα, αφέθηκα να διαβάσω το βιβλίο του Καραλή (Έλληνας της διασποράς με έδρα την Αυστραλία) αποδεχόμενη τον κίνδυνο να «κολλήσω» τον ενθουσιασμό του. Καθώς γυρνούσα τις σελίδες έβλεπα μπροστά μου μια Αθήνα να αλλάζει διαρκώς: να διαλύεται απ’ τους πολέμους, να βολτάρει στη Σταδίου, να κόβει εισιτήριο για να δει στο πιο μοντέρνο μέσο της εποχής έργα με φουστανέλες και βουκολικά ειδύλλια, να αγκαλιάζει με τα μάτια της λαοφιλείς αστέρες, να θάλπει έναν Κακογιάννη ή μία Μερκούρη. Μέσα στο βιβλίο παρελαύνουν προσωπικότητες του σινεμά, αλλόκοτοι νόμοι λογοκρισίας και υπερφορολόγησης, τεχνικά εμπόδια, αλλά και στιγμές δόξας.

Βρήκα ό,τι ταινία μπορούσα στο ίντερνετ και μετάνιωσα που απέτυχα να παρακολουθήσω τα διάφορα αφιερώματα στο παλιό σινεμά που κάνουν κατά καιρούς οι αίθουσες του κέντρου. Πόσα έχω χάσει, σκεφτόμουν, και πάτησα κι ένα μετατραυματικό με την καραντίνα που μ’ έμαθε να καταναλώνω τέχνη στο λάπτοπ, δραστηριότητα που πάντα θεωρούσα την επιτομή της χοντροκοπιάς και που την είχα συνδέσει μόνο με οικονομικό στρίμωγμα. 

Κάθονται ήσυχα ήσυχα και τρώνε το ποπ κορν τους στα σκοτάδια, ευγενικοί και γαλήνιοι, καμία σχέση μ’ αυτά τα άγρια θηρία που οδηγούν στην πόλη το πρωί.

Μού αρέσει να πηγαίνω στο σινεμά. Η τελετουργία του να φεύγω από το σπίτι, να περπατάω στην πόλη (εκείνη η στιγμή που σκοτεινιάζει, αλλά δεν έχουν ακόμη ανάψει τα φώτα), να παίρνω κάτι από το μπαρ και να βολεύομαι στη θέση μου. Αγαπώ τα θερινά κι ας μην έχουν τον άψογο ήχο των χειμερινών. Μ’ αρέσει να βλέπω τα φώτα να παίζουν στα μπάνια, τις σκάλες και τα κουζινάκια των πολυκατοικιών, τους κατοίκους που καπνίζουν ημίγυμνοι σε στενά μπαλκόνια. Μ’ αρέσει που οι γύρω μου βγάζουν τα παπούτσια τους και πίνουν γουλιές απ’ το ποτό τους σαν να βρίσκονται σ’ ένα δικό μας νησί που θα στηθεί για δύο ώρες μόνο. 

Η έξοδος στο σινεμά κάνει την κοινωνική συναναστροφή παραπλανητικά υποφερτή. Σχεδόν μπορείς να υποθέσεις τα καλύτερα για τους συνανθρώπους σου έτσι που κάθονται ήσυχα ήσυχα και τρώνε το ποπ κορν τους στα σκοτάδια, ευγενικοί και γαλήνιοι, καμία σχέση μ’ αυτά τα άγρια θηρία που οδηγούν στην πόλη το πρωί. Υπάρχει κάτι ηδονοβλεπτικό στην παρατήρηση των άλλων στο σκοτάδι και, φυσικά, διάχυτος ερωτισμός.

Ο Καραλής γράφει: το να πας σινεμά ήταν μια «σημαντικότατη κοινωνική τελετουργία» που «ανταγωνιζόταν ή υποκαθιστούσε τη διαδικασία του εκκλησιασμού». Το σκεφτόμουν καθώς κατέβαινα την Πατησίων, για να πάω στο θερινό σινεμά Ηλέκτρα. Χάζευα τις βιτρίνες αλλοπρόσαλλων καταστημάτων, μπερδεμένες ξένες κι ελληνικές λέξεις, γυαλιστερές, καθόλου θελκτικές φωτογραφίες από παχυντικά φαγητά και σκεφτόμουν αυτό το φθηνό τελετουργικό της μετάβασης στο θερινό, τη συμφωνία πως για κάποιες ώρες είσαι εδώ και κάνεις αυτό το πράγμα μόνο.

Την άνοιξη που μάς πέρασε βρέθηκα στις κινητοποιήσεις στο κέντρο για τη διάσωση των κινηματογραφικών αιθουσών. Οι κουβέντες των παρευρισκομένων στρέφονταν γύρω απ’ την αλλαγή της πόλης. Σαν στρόβιλος ο τουρισμός και η ακρίβεια ρουφάνε προς ένα σιφόνι εξευγενισμού δραστηριότητες, δυνάμεις, πόρους και χώρους αφού, όπως είναι λογικό, οι άνθρωποι (ιδίως μετά από μια δεκαετία χαστούκι) θα κάνουν τα πάντα, για να ορθοποδήσουν οικονομικά. Οι κινητοποιήσεις ήταν μαζικές και συγκέντρωσαν ένα ετερόκλητο πλήθος από πολιτικοποιημένους νεολαίους, σινεφίλ, λάτρεις της Αθήνας, περίεργους, ηλικιωμένους, ανθρώπους της τέχνης και τζαμπατζήδες. Υπήρχε η αίσθηση πως τα σινεμά σημαίνουν κάτι για την πόλη (διόλου τυχαία ο Καραλής στο βιβλίο του δεν παραλείπει να μετρά τις αίθουσες που λειτουργούν στην επικράτεια σε κάθε δεδομένη στιγμή-ορόσημο για τον ελληνικό κινηματογράφο). Το ερώτημα τι είδους πόλη θέλουμε (με σινεμά; με θέατρα; με παπουτσάδικα εξειδικευμένα στο σανδάλι και την παντόφλα;) είναι περίπλοκο και δεν θα απαντηθεί με τη μία. Όμως, εάν συμφωνήσουμε ότι μάς νοιάζει να υπάρχουν σινεμά και εάν ενθουσιαζόμαστε με την περιπέτεια αυτής της τέχνης που στη χώρα μας επιβίωσε από χίλιες δυσχέρειες και, σε κάποιες στιγμές, μεγαλούργησε με πλούσια υλικά και φτωχά μέσα, ας δούμε πώς θα κρατήσουμε ζωντανή την τελετουργία της μετάβασης στην αίθουσα. Υπάρχουν τρόποι και δεν περιλαμβάνουν δα και καμία εντυπωσιακή θυσία.

Στη Μαγική Πόλη ο χρεωμένος δουλευταράς της φτωχογειτονιάς αντιμετωπίζει μία αναγκαστική κατάσχεση αυτοκινήτου. Το «τίμιο παλικάρι» δουλεύει φορτοεκφόρτωση και με το αμάξι εξασφαλίζει τον βιοπορισμό του, ενώ, παράλληλα, μες στην απελπισία του, φλερτάρει με την παρανομία και τον υπόκοσμο. Μετά από μία εσωτερική μεταστροφή, δεν θέλει πια ν’ αράζει με καθάρματα, να πίνει τα ποτά τους. Στην κορύφωση της ταινίας (spoiler) το αμάξι τού το σώζει η γειτονιά. Άνθρωποι που ζουν μες στα βρωμόνερα και τη σκόνη της παραγκούπολης, βάζουν το χέρι στην τσέπη και ρίχνουν από ένα χαρτονόμισμα. «Ντροπή μας να του πάρουνε το αμάξι», λέει κάποιος. Όσο πενιχρά κι αν είναι τα μέσα μας, μοιάζει να λέει η ταινία, φαντάζει κάπως αδικαιολόγητη η μεταμόρφωσή μας (του κοινού, των γειτόνων) σ’ ένα μοιρολατρικό και απαθές μπουλούκι αδιάφορων και ασυγκίνητων φτωχών. Το έργο εκβάλλει σ’ ένα αίσιο τέλος όπου μπορεί κανείς να κάνει το σωστό ακόμη κι όταν η πράξη μοιάζει με χασούρα.   

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT