Η αβάσταχτη γοητεία ενός τέλειου λάθους

Η αβάσταχτη γοητεία ενός τέλειου λάθους

Το διήγημα που τιτλοφορεί τη συλλογή περιέχει σπάνια στοιχεία, διατυπωμένα με ύφος τολμηρό, ασυμβίβαστο

3' 41" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Σπύρος Βγενής

«Η εποχή του ταράνδου»
εκδ. Αντίποδες, 2022, σελ. 120

Το πρώτο βιβλίο του Βγενή είναι άνισο. Δυσκολεύεται άλλωστε να παραμερίσει ορισμένα ελαττώματα από τα οποία υποφέρει η ελληνική λογοτεχνία. Κοντή πρόζα, κόλλημα με την ύπαιθρο, αφηγηματικά ευρήματα που αποκωδικοποιούν τη γραφή και τη ξεφουσκώνουν. Κάποια διηγήματα βιάζονται να τελειώσουν και κάποια δεν ολοκληρώνονται ποτέ. Είναι σαν να γράφει βιαστικά και η αλήθεια είναι πως αυτό προκαλεί μια αναγνωστική έξαψη, ειδικά σε όσους έχουν κουραστεί να διαβάζουν για συγκλονιστικές νέες κυκλοφορίες από Ελληνες συγγραφείς που δηλώνουν λάτρεις του Καζαντζάκη ή του Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας. Που είναι περίπου το ίδιο.

Ωστόσο, ανάμεσα στα είκοσι τέσσερα διηγήματα υπάρχει μια ιστορία που λάμπει πραγματικά. Δεν είναι τυχαίο που δάνεισε τον τίτλο της στη συλλογή, η οποία εμφανίστηκε στο τέλος του προηγούμενου χρόνου. Μια καλή ιστορία αρκεί για να δικαιολογήσει τις υπόλοιπες. «Η εποχή του ταράνδου» δεν ξεπερνά τις επτά σελίδες και περιέχει στοιχεία που δεν συναντάς εύκολα στην ελληνική παραγωγή, διατυπωμένα μάλιστα μέσα από την αίγλη ενός τολμηρού ύφους που δεν έχει ωριμάσει αρκετά για να συμβιβαστεί: χιούμορ, ακομπλεξάριστες αναφορές στο σεξ από κάποιον που μάλλον έχει χαρεί το σεξ, ακατέργαστη γλώσσα, λες και έχει γεννηθεί στον δρόμο και θέλει να επιστρέψει στον δρόμο, μ’ ενδιάμεσο σταθμό το σπίτι μας όπου υφαίνουμε τη βαρεμάρα μας.

Αρωμα… delete

Ο συγγραφέας γράφει γρήγορα, σαν να μην το πολυσκέφτεται ή, ακόμη καλύτερα, σαν να μη φαίνεται πως το πολυσκέφτεται.

Οπως ανέφερα παραπάνω, ο Βγενής γράφει γρήγορα, σαν να έχει πάθει ηλεκτροπληξία ή σαν να έχει πάρει σπιντ, σαν να μην το πολυσκέφτεται ή, ακόμη καλύτερα, σαν να μη φαίνεται πως το πολυσκέφτεται, αποφεύγοντας την επεξεργασμένη φράση που μυρίζει ντιλίτ, λες και είναι το πλέον ιδανικό πλήκτρο για να γράφεις. Ναι, συμφωνώ: καλύτερα να σβήνεις παρά να γράφεις. Υπό την προϋπόθεση πως έχεις γράψει κάτι προηγουμένως. Διαφορετικά, τι να σβήσεις;

Στην ελληνική λογοτεχνία μού λείπουν δύο πράγματα: να μιλήσει κανείς για το τώρα με αμεσότητα και να ξοδέψει τις δυνάμεις του στο λάθος. Στη λάθος φράση. Στη λάθος σύνταξη. Στη λάθος ορθογραφία. Στη λάθος διάταξη των λέξεων πάνω στο χαρτί ή την οθόνη. Γιατί ίσως τότε φτιαχτεί μια εκκωφαντική, παράφωνη και άναρχη συγχορδία που θα μας ταρακουνήσει, προσφέροντάς μας το γκρανγκ μιας ξεχαρβαλωμένης κιθάρας, που τόσο έχουμε ανάγκη. Δεν νομίζω πως μπορούμε να παρηγορηθούμε με κάτι λιγότερο. Ή περισσότερο.

Η αβάσταχτη γοητεία ενός τέλειου λάθους-1

Πιστεύω πως, συχνά, προσπαθώντας να γράψουμε την τέλεια φράση, καταλήγουμε να γράψουμε την πιο αδιάφορη φράση, έτσι όπως ακριβώς τα λέει ο αφηγητής του «Ταράνδου» για τα γκράφιτι του Λούη, του «χτικιάρη γκραφιτά» που χάνεται για πάντα σε μια σπηλιά: «Ηταν πολύ ακριβής στις γραμμές του, τα κομμάτια του ήταν αναμενόμενα και τα σκίτσα του βαρετά».

Το βασικό προτέρημα του Βγενή είναι πως με μια πρόταση μπορεί να χαράξει μεγάλους ομόκεντρους κύκλους γύρω της, που μοιάζουν με καταφύγια ή παγίδες, καλύπτοντας απέραντες εκτάσεις αφήγησης, με μια δρασκελιά και χωρίς κόπο, όταν άλλοι συγγραφείς χρειάζεται να διανύσουν μια τεράστια απόσταση με τα πόδια, γράφοντας χιλιόμετρα σελίδων, για να μην πουν στο τέλος τίποτα. Για παράδειγμα, όταν γράφει, στο μπάσιμο του διηγήματος, «Εγώ είχα μια γκαρσονιέρα στα κάτω Πετράλωνα και ζούσα πουλώντας τη συλλογή νομισμάτων του πατέρα μου και βγάζοντας σκυλιά πλουσίων για βόλτα», στήνει ένα ολόκληρο σκηνικό με είκοσι λέξεις και μας δίνει τη δυνατότητα να φανταστούμε τη ζωή του, το παρελθόν και το παρόν του, να τη διαπεράσουμε όπως τρυπάμε ένα σεντόνι, τοποθετώντας στις τρύπες τα κέρματα της δικής μας ζωής. Κι έπειτα, βγαίνοντας μια βόλτα, ίσως δούμε την Αθήνα λιγότερο άθλια, λιγότερο καταδικασμένη, λιγότερο παραδομένη σε μια επίθεση επενδύσεων που έχει ονειρευτεί ένας καρχαρίας, επειδή θα την έχει ρυμοτομήσει ξανά η μυθοπλασία ενός τριαντάρη που τριγυρίζει κάπου εκεί έξω σαν ένα φάντασμα το οποίο δεν φοβάται να βάλει τα γέλια μέσα στη νύχτα.

Μυθιστόρημα εν συντομία

Η ιστορία του νεαρού που ερωτεύεται τη Στέλλα και αργότερα την αδελφή της, που τρώει κασερόπιτες και καπνίζει χόρτο, που τραβάει μαλακία και του αρέσουν οι πίπες –μήπως θα ήταν πιο κομψό να γράψω πως αυνανίζεται και χαίρεται τον στοματικό έρωτα;–, που κάνει παρέα με τον Λούη προτού αυτός πεθάνει όπως ένας τάρανδος που πέφτει στο κενό, είναι ένα πρώτης τάξεως υλικό για ένα υπέροχο μυθιστόρημα, το οποίο ο Βγενής δεν θα καθόταν να γράψει. Επειδή φαίνεται να έχει καταλάβει πως στην εποχή μας ελάχιστοι έχουν χρόνο να διαβάσουν και, επομένως, η λογοτεχνία πρέπει να είναι φτωχή όπως το σκυλί ενός πλούσιου που είναι έτοιμο να μας δαγκώσει: «Είστε ανεγκέφαλοι, της είπα. Οχι, μου είπε, είμαστε ερωτευμένοι».

 

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή