Πονάνε οι μπουνιές στα social media;

Πονάνε οι μπουνιές στα social media;

«Φτάνει, δημοσιογράφοι! Γκώσαμε!», έγραφε κάποιος. Φυσικά γκώσατε. Αλλά δεν σας περνάει από τον νου να κοιτάξετε λίγο τη δική σας βουλιμία

3' 57" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Η φράση «ακολουθεί αντιδημοφιλές ποστ» χρησιμοποιείται στα κοινωνικά δίκτυα όταν ο γράφων νομίζει ότι έτσι είτε θα μειώσει την μήνιν των διαφωνούντων, κερδίζοντας ταυτοχρόνως την εκτίμηση των συμφωνούντων, είτε θα εισπράξει γενικώς την εκτίμηση που αναλογεί σε όσους τολμούν να διαφωνήσουν, ορθώνοντας το ανάστημά τους απέναντι στην προσωρινά επικρατούσα δημοφιλία μιας άποψης μέσα στον ορυμαγδό των απόψεων που διατυπώνονται. Το παρόν επιθυμεί –και θα δούμε αν το καταφέρει– να απευθυνθεί στην οργή του κοινού απέναντι στους δημοσιογράφους που, ξεπερνώντας εκείνο το αλήστου μνήμης «αλήτες ρουφιάνοι», εκφράζεται με χαρακτηρισμούς που περιλαμβάνουν όσια και ιερά (ο καλύτερος έχει σκοτώσει τη μάνα του – παρεμπιπτόντως είναι κλεμμένο ρηθέν από… δημοσιογράφο), σοβαρότατες κατηγορίες (πληρωμένοι δολοφόνοι), σεξιστικές προσβολές (γιατί δεν τη στέλνετε να πλύνει κάνα πιάτο) και διαπιστώσεις από θέση ανωτερότητας (δεν αντέχεται πια τόση αμορφωσιά). Ολα τα παραπάνω γραμμένα με αφορμή, και μερικώς αιτία, τις πρόσφατες πυρκαγιές και πλημμύρες.

Σε αυτό το σημείο, προβληματίζομαι εάν πρέπει να ενισχύσω την αντιδημοφιλία του παρόντος κειμένου χρησιμοποιώντας τον δεύτερο και τρίτο πληθυντικό αριθμό της ειδεχθούς γενίκευσης. Αυτούς που απευθύνονται σε ομάδες με συγκεκριμένα και άλλο τόσο συγκεχυμένα χαρακτηριστικά και ιδιότητες, χωρίς να αναγνωρίζουν ατομική υπόσταση και άρα αναλογική ή αποκλειστική ευθύνη, αυτούς που εξορίζουν τη συμπεριληπτικότητα και τη συνευθύνη που εκπροσωπεί ο πρώτος πληθυντικός. Ν’ απευθυνθώ έτσι σ’ εσάς, τους χρήστες των social media – και να, ήδη η πρόταση αντηχεί σκληρότητα και ανεπαισθήτως αγένεια σαν τις «μπουνιές» που μοιράζετε με άνεση από το πληκτρολόγιο.

Πράγματι, όπως έγραψε ο Ανδρέας Δρυμιώτης («Καθημερινή», 24/09) «στα τηλεοπτικά ρεπορτάζ η κάλυψη ήταν απαράδεκτη. Κάθε εικόνα έπρεπε να έχει χρονοσήμανση (ημέρα και ώρα) και το ακριβές στίγμα (από το Google Maps), ώστε ο τηλεθεατής να έχει σαφή αντίληψη για τι και πού είναι αυτό που βλέπει. Οι περιγραφές διαγωνίζονται στη δραματοποίηση και στην υπερβολή». Αλλά ξέρετε, επίσης πράγματι, οι δημοσιογράφοι προέρχονται από τα σπλάχνα σας, από αυτήν την ίδια κοινωνία. Από την ίδια παιδεία, τα ίδια σχολεία, τα ίδια πανεπιστήμια. Δεν τους πέταξε κάποιο ούφο στην «ωραιότερη χώρα του κόσμου» για να σας συγχύζουν. Πόσοι από εσάς μπήκαν στον μηδαμινό κόπο να ελέγξουν χρονοσήμανση και ακριβές στίγμα έστω σε ένα ρεπορτάζ πριν πιάσουν το πληκτρολόγιο για να διαμαρτυρηθούν για κάτι συγκεκριμένο τουλάχιστον; Αντιμετωπίζοντας την κάκιστη δημοσιογραφία, όπου αποτυπώνονται αντιφατικότητα, αυθαιρεσία συμπερασμάτων, καφενειακή και υποτιμητική προς το κοινό δημοσιογραφική στάση, πότε –πριν αρχίσετε να εκτοξεύετε κατηγορίες στον αέρα και με τον αέρα του πληκτρολογίου– μπήκατε στον κόπο να απευθυνθείτε στην εφημερίδα, στο κανάλι, στον ιστότοπο για να δηλώσετε, ως άτομο και με επιχειρήματα, διαφωνία ως προς την ποιότητα συγκεκριμένου δημοσιογραφικού έργου που έχει πάντοτε υπογραφή με ονοματεπώνυμο; Διότι δεν υπογράφουμε συλλογικά: «ρεπορτάζ από τη Θεσσαλία» κι από κάτω «οι δημοσιογράφοι». Εκτός από ψυχή έχουμε και ονόματα, αλλά και ευθύνη, που αν δεν την υπηρετούμε όπως πρέπει, τότε έρχεται η ώρα της δικής σας ευθύνης να την υποδείξετε και να ζητήσετε τα ρέστα, αφού βεβαίως σκεφτείτε τι συνιστά για εσάς σοβαρή ή, έστω, αποδεκτή ενημέρωση.

«Φτάνει, δημοσιογράφοι! Γκώσαμε!», έγραφε κάποιος. Φυσικά γκώσατε. Αλλά δεν σας περνάει από τον νου να κοιτάξετε λίγο τη δική σας βουλιμία για ειδήσεις που είναι αδύνατον να καλυφθεί παρά μόνον μ’ αυτά που σας έκαναν να… γκώσετε; Να αναρωτηθείτε από πού προκύπτει και να προχωρήσετε στην αναζήτηση μιας σχετικής δίαιτας;

Και τελικά, δεν έχετε υπόψη ούτε ένα δημοσιογράφο του οποίου εκτιμάτε γραπτά και απόψεις; Πώς τον συμπεριλαμβάνετε στην κτηνώδη γενίκευση των social media σχολίων περί «αγραμμάτων, πληρωμένων δολοφόνων, επικίνδυνων» χωρίς να νιώθετε στοιχειωδώς άσχημα με μια τόσο προσβλητική και τραυματική για το Δίκαιο άποψη; Πιστεύετε ότι, αναγνώστες, θεατές, ακροατές, είστε άμοιροι ευθυνών για ό,τι διαβάζετε, ακούτε και βλέπετε; Είστε μωρά παιδιά που τα ταΐζουν με το ζόρι και δεν έχουν δύναμη και μέσα να αντιδράσουν;

Ο νέος τόπος συνάντησης δημοσιογράφων και πολιτών που εγκαινιάστηκε από τα κοινωνικά δίκτυα, δημιουργώντας και για τους δύο προφανείς δυσκολίες να καταλάβουν το εύρος και το βάθος του ρόλου και άρα το αποτέλεσμα των παρεμβάσεων, δεν είναι πια νέος. Ολοι όσοι γράφετε στα κοινωνικά δίκτυα είστε με την κυριολεκτική έννοια του όρου «δημοσιογράφοι». Δεν γίνεται να κρατάτε άλλο τη θέση του ανόητου καταναλωτή, ανεύθυνου παιδιού, αιώνιου κατηγόρου των ΜΜΕ, γιατί κι εμείς… γκώσαμε. Είστε μέρος του προβλήματος πλέον, όχι θύματα.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μπορείτε να περάσετε άλλα τόσα χρόνια οργισμένοι, κάνοντας διαπιστώσεις με τις οποίες πιθανόν λίγοι θα διαφωνήσουν. Αλλά δεν βαρεθήκατε; Δεν θέλετε να κάνετε κάτι γι’ αυτό που –τουλάχιστον φαίνεται να– σας ενοχλεί τόσο πολύ;

Φαντάζομαι κάποιοι δυσανασχετούν, γιατί δεν αναγνωρίζουν τον εαυτό τους στα παραπάνω. Τι να κάνουμε, αυτά έχουν οι γενικεύσεις.

Και αν σκεφτείτε ότι το κείμενο αυτό ενέχει σπέρματα των διαπιστώσεων της εισαγωγής, δεν θα σας διαψεύσω. Ενέχει, όμως, και μια βαθιά θλίψη, ειλικρινή επιθυμία να εκμαιεύσει περισσότερες στιγμές ηθικής διαύγειας από όλους μας. Οσο για τον δεύτερο πληθυντικό, πρέπει να πω ότι με δυσκόλεψε. Πολύ. Ξέρω πόσο εξοργίζει και πληγώνει.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT