Η διαφορετικότητα σε δύο επίπεδα

Η διαφορετικότητα σε δύο επίπεδα

Το θέατρο Σταθμός παρουσιάζει το «Γάλα», σε σκηνοθεσία Ερμίνας Κυριαζή και Μάνου Καρατζογιάννη

3' 57" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Ρήνα: Τι θέλεις μ’ αυτούς τους ξένους εσύ; Με τα ελληνάκια να κάνεις εσύ παρέα στο σχολείο. Γκριέκ να είσαι, εσύ να γίνεις Ελληνας, δε βλέπεις ο Αντώνης;
Λευτέρης: Ασε με, με τα μαλακισμένα.
Ρήνα: Εδώ άλλοι αλλάζουν και τα ονόματα για να φαίνονται ότι είναι. Τα κάνουν… Αρχαία! Ευριπίδης, Αριστείδης, Αρχιμήδης…
Λευτέρης: Ε, κι εγώ τι να το κάνω; Αρχίδης;
«Το γάλα» (2005)

Στο «Γάλα», ένα αντιπροσωπευτικό έργο της δραματουργίας του «ξένου», ο Βασίλης Κατσικονούρης επεξεργάζεται την έννοια της διαφορετικότητας σε δύο επίπεδα: Από τη μία πλευρά, η ετερότητα της εθνικής και πολιτιστικής ταυτότητας των μελών μιας οικογένειας μεταναστών από τη Γεωργία και, από την άλλη, η ιδιαιτερότητα της προσωπικότητας του μικρού γιου της οικογένειας, όπως καθορίζεται από την ύπαρξη της ενεργούς ψυχοπαθολογίας. Ο δεκαοκτάχρονος Λευτέρης βιώνει τρεις διαφορετικούς κόσμους: τον κόσμο όπου ζει ως μετανάστης στην ελληνική κοινωνία, τον κόσμο όπου θα ήθελε να ζει, αυτόν της ιδιαίτερης πατρίδας του και της φυσικής ομορφιάς της Τιφλίδας, και τον τρίτο κόσμο, εκείνον της φαντασιακής πραγματικότητας που ορίζει η ασθένεια της σχιζοφρένειας.

Η συμπτωματολογία της ψυχικής νόσου είναι ευδιάκριτη. Αποδιοργανωμένη συμπεριφορά, αμφιθυμία και επιθετικότητα κυρίως ως προς τη μητέρα, συναισθηματική ευμεταβλητότητα, εμμονή με τον Ρώσο ποδοσφαιριστή Παραστάτοφ, επαναλαμβανόμενες εκδηλώσεις παραληρηματικής συμπεριφοράς. Ο νεαρός ακούει φωνές, βλέπει τέρατα, εκτίθεται συνεχώς σε κινδύνους. «Οσο δυνατό το πρώτο παιδί, τόσο αδύνατο το δεύτερο», ομολογεί η μητέρα σε μια προσπάθεια να εξηγήσει τα βάσανά της.

Το έργο «δεν είναι αμιγώς ρεαλιστικό», σημειώνει ο συγγραφέας. Προφανώς εννοεί ότι υπάρχει ένα υπόστρωμα ποιητικότητας και ονειρικής μεταγραφής του ρεαλιστικού πλαισίου. Ισως σε αυτήν την αντίληψη να οφείλεται και μια σοβαρή δραματουργική αδυναμία του, που επηρεάζει σαφώς και τη σκηνοθετική οπτική. Στην πραγματικότητα, ένας άνθρωπος που πάσχει από σχιζοφρένεια φέρεται με έναν πιο ευθύγραμμο και μονολιθικό τρόπο από αυτόν που εκφράζει ο δραματουργικός χειρισμός του Λευτέρη στο «Γάλα». Διακρίνεται από μια ρηχότητα σκέψης, συνδεδεμένη απόλυτα και με τη δυσπροσαρμοστική συμπεριφορά του. Δεν ανεβαίνει και κατεβαίνει με τόση ευκολία από τα τραπέζια, δεν συμμετέχει τόσο ενεργά σε λεκτικά παιχνίδια, σε αντεγκλήσεις ή σε ευφυολογήματα. Δεν σε κάνει να γελάς, δεν σε ξαφνιάζει, δεν έχει το πέταγμα της σκέψης, την άμεση λεκτική ανταπόκριση ούτε τόσο έντονη την αίσθηση του χιούμορ. Αυτά ως προς τη δραματουργία.

Το έργο ισορροπεί ανάμεσα στην ψυχική νόσο και στην κοινωνική παθογένεια.

Η παράσταση στο θέατρο Σταθμός, σκηνοθετημένη από την Ερμίνα Κυριαζή και τον Μάνο Καρατζογιάννη, ακολούθησε το νατουραλιστικό νήμα που συνδέει τα δραματικά μοτίβα του έργου, στον σκηνικό χώρο που επιμελήθηκε ο Αγγελος Αγγελής, ένα χώρο που συνέβαλε επίσης δραστικά στην ενότητα του ρεαλιστικού ύφους. Οι σκηνοθέτες επεξεργάστηκαν με συνέπεια και οξυδέρκεια όλα τα δραματικά μοτίβα, άκουσαν προσεκτικά τα παραληρήματα του Λευτέρη και παρατήρησαν τα δραματικά πρόσωπα στα οδυνηρά τους ξεσπάσματα με το ψύχραιμο βλέμμα ενός φωτογράφου κρίσιμων στιγμών. Αφέθηκαν στον συγκινησιακό κραδασμό των επώδυνων βιωμάτων των μελών της οικογένειας των μεταναστών, που διαλύεται όχι λόγω του κοινωνικού ρατσισμού που βιώνει αλλά εξαιτίας της ψυχοπαθολογίας ενός μέλους της.

Η επιτυχία της σκηνοθεσίας έγκειται στο ότι πέτυχε με οξυδερκή τρόπο να εντάξει σε μια ενιαία σκηνική ατμόσφαιρα τις συγκρουόμενες ευαισθησίες των δραματικών προσώπων και να οδηγήσει τους ηθοποιούς σε μια συναισθηματική κορύφωση μέσα από αλλεπάλληλες υφέσεις και συναισθηματικές ταλαντεύσεις.

Συγκινητική ερμηνεία

Η ερμηνεία του Μάνου Καρατζογιάννη στον ρόλο του Λευτέρη συγκινεί τον θεατή, καθώς ισορροπεί με στέρεη τεχνική σε όλες τις εξάρσεις αυτού του δύσκολου ρόλου. Καταρρακωμένος μετά τον βιασμό του, κυνηγημένος από τα τέρατα και τρομαγμένος από τις φωνές, ο ηθοποιός πέτυχε την υπέρβαση του ρεαλιστικού πλαισίου και έδωσε ωραία πετάγματα στο όνειρο, υπερτονίζοντας το κωμικό στοιχείο σε συγκεκριμένες στιγμές της δράσης.

Η ποιοτική ερμηνεία της Στέλλας Γκίκα στον ρόλο της Ρήνας πρόσθεσε ένα υπόστρωμα απεγνωσμένης επιμονής στον ρόλο της μητέρας που προσπαθεί να πείσει και τον ίδιο της τον εαυτό ότι πρέπει πλήρως να αφομοιωθεί. Εντονης θεατρικότητας η σκηνή όπου η Γκίκα τραγουδά στα ρωσικά το «Ονειρο του Στεπάν».

Ο Δημήτρης Πασσάς στον ρόλο του Αντώνη αποδίδει στους σωστούς τόνους την εφιαλτική απομόνωση του μεγάλου αδελφού μέσα σε ένα σύμπλεγμα φωνών, ήχων και στερεότυπων προσδοκιών. Στον μονόλογο του τέλους ξορκίζει τα φαντάσματα του οικογενειακού παρελθόντος, απελευθερωμένος ακόμη και από την ενοχή. Η Νατάσα της Ελένης Σακκά διακριτική παρουσία που ξετυλίγει σταδιακά τον σωματικό και κινητικό της κώδικα, πετυχαίνει επίσης να ξεφύγει από το ηθογραφικό κάδρο που ορίζει σε μεγάλο βαθμό η δραματουργία του έργου. Εξαιρετική στους χαμηλούς τόνους η Σακκά, στους υψηλούς η Γκίκα, δημιουργούν ένα γυναικείο δίπολο μητρικής δύναμης και νεανικής ευαισθησίας.

Κάθε ηθοποιός στην παράσταση αυτή υπερασπίζεται ερμηνευτικά μια ολοκληρωμένη υπόσταση ρόλου σε ένα άρτιο ερμηνευτικό κουαρτέτο.

Το «Γάλα» ισορροπεί ανάμεσα στην ψυχική νόσο και στην κοινωνική παθογένεια. Στη ρωσική γλώσσα σημαίνει «μαλακό». Πρόκειται για μια ιδιαίτερη γλωσσική σύμπτωση να αποτυπώνει ο ίδιος όρος σε δύο διαφορετικές γλώσσες την ίδια αίσθηση μιας απαλής, ανθρώπινης ζεστασιάς.

*Η κ. Ρέα Γρηγορίου είναι διδάκτωρ Ιστορίας – Δραματολογίας ΑΠΘ.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή