ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Mικρή Οδύσσεια στην Ελλάδα του 1913

mikri-odysseia-stin-ellada-toy-1913-2001152

«Konitsa! Konitsa! Konitsa!…» ήταν το επιφώνημα που σημάδεψε ένα από τα πιο γνωστά φωτογραφικά οδοιπορικά του περασμένου αιώνα στην απελευθερωμένη Ελλάδα: του Φρεντ Μπουασονά και του συνοδοιπόρου του Ντανιέλ Μποντ-Μποβί, το καλοκαίρι του 1913.
 

Η Κόνιτσα για τους δύο Ελβετούς φιλέλληνες δεν ήταν μόνο «η πιο όμορφη χωρίς αμφιβολία των πόλεων της Ηπείρου», όπως την περιγράφουν, αλλά και η… Ιθάκη τους, στην πιο περιπετειώδη φωτογραφική –πρώτη επίσημη με ανάθεση της ελληνικής κυβέρνησης– αποστολή τους στην Ελλάδα, λίγους μήνες μετά τη λήξη των Βαλκανικών Πολέμων.

Απίστευτες λεπτομέρειες από εκείνο το συναρπαστικό ταξίδι με γλαφυρές περιγραφές και διαλόγους για τις δυσκολίες που συνάντησαν, τα τοπία που αντίκρισαν, τους ανθρώπους με τους οποίους συναναστράφηκαν σε πόλεις και χωριά, σε δρόμους και διάσελα βγαίνουν για πρώτη φορά στη δημοσιότητα μέσα από τις σημειώσεις και τις επιστολές που έστελνε στη σύζυγό του κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του στην Ηπειρο, τη Μακεδονία και τον Ολυμπο, ο συντηρητής, κριτικός τέχνης, συγγραφέας και διευθυντής της Σχολής Καλών Τεχνών της Γενεύης, Ντέιβιντ Μποντ-Μποβί (1870-1958).

Οι αποκαλυπτικές επιστολές καθώς και αναμνηστικές φωτογραφίες που τραβούσε ο ίδιος με μια απλή Kodak, προέρχονται από ένα πλήρες αρχείο που δώρισε πρόσφατα στο Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης (ΜΦΘ) ο Μανουέλ ΜποντΜποβί, εγγονός του συνοδοιπόρου του Μπουασονά, Ντανιέλ ΜποντΜποβί. Το υλικό του αρχείου που κληρονόμησε από τον παππού του ο 78χρονος Μανουέλ Μποντ-Μποβί περιλαμβάνει συνολικά 310 φωτογραφικές εκτυπώσεις (εκτυπώσεις, αρνητικά, contact) που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια των δύο ταξιδιών του στην Ηπειρο, τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία (Μάιος – Ιούνιος ’13 και Ιούλιος – Αύγουστος 1913). Στο ίδιο αρχείο υπάρχουν τηλεγραφήματα, αλληλογραφία με τις ελληνικές αρχές για παραχώρηση αδειών εισόδου και φωτογράφησης σε αρχαιολογικούς χώρους, επαγγελματικές κάρτες που συνέλεγε ο ΜποντΜποβί, δημοσιεύματα εφημερίδων της εποχής για το ταξίδι των δύο Ελβετών στην Ελλάδα.

Ο Μανουέλ Μποντ-Μποβί με σπουδές αρχιτεκτονικής κατείχε το υλικό του παππού του επί μισό περίπου αιώνα. Ωστόσο εκτιμώντας ότι αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του φωτογραφικού αρχείου της οικογένειες Μπουασονά, το παραχώρησε στο Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης όπου φυλάσσεται –βάσει σύμβασης μεταξύ του ΟΠΠΕΠ Α.Ε. και του ΜΦΘ– και το αρχείο Μπουασονά από τις φωτογραφήσεις του στον Ελλαδικό χώρο, εξηγεί ο διευθυντής του ΜΦΘ Βαγγέλης Ιωακειμίδης. Περιέχει 13.000 φωτογραφικά αντικείμενα της περιόδου 1903-1935 κι έχει χαρακτηριστεί κινητό μνημείο. Το υπόλοιπο αρχείο (90.000 φωτογραφίες) του Ελβετού φωτογράφου αγοράστηκε πριν από τρία χρόνια από τον Δήμο Γενεύης και αυτό ίσως «μας δώσει την ευκαιρία να σκύψουμε από κοινού πάνω στο έργο του Μπουασονά για να το αναδείξουμε».

Η ψηφιοποίηση

Το ΜΦΘ αμέσως μετά τη δωρεά Μποντ-Μποβί, κάλεσε την επί 30 χρόνια διευθύντρια του Μουσείου Αλμπερτ Καν, Ζαν Μποσολέιγ, και της ανέθεσε την τεκμηρίωση του αρχειακού υλικού. Η Ζαν Μποσολέιγ σε συνεργασία με τη Μαρία Σπυριδέλη, αρχιτέκτονα και συντηρήτρια έργων τέχνης, προχώρησαν στην αναλυτική καταλογογράφηση, στην τεκμηρίωση, την ψηφιοποίησή του καθώς και στην «ανασύσταση» της διαδρομής Μπουασονά – Μποντ Μποβί με τη βοήθεια του ειδικού για τα Βαλκάνια γεωγράφου Μισέλ Σιβινιόν.

«Ο αρχικός πυρήνας της δωρεάς ήταν μόνο φωτογραφίες και ελάχιστες σημειώσεις. Κατά την ταξινόμηση του υλικού διαπιστώσαμε ότι ενδεχομένως υπήρχαν επιστολές και σημειώσεις που θα μπορούσαν να φωτίσουν περισσότερο την αποστολή. Πράγματι ο Μανουέλ ΜποντΜποβί ενίσχυσε τη δωρεά με τα γράμματα που έστελνε ο παππούς του στη γιαγιά του κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του στην Ελλάδα εκείνο το καλοκαίρι.

Για την ταυτοποίηση των φωτογραφιών οι δύο ερευνήτριες χρειάστηκε να αναδιφήσουν στο αρχείο Μπουασονά. Σε πολλές περιπτώσεις Μποντ-Μποβί και Μπουασονά καδράρουν στο ίδιο σημείο. Οι φωτογραφίες του Μποντ-Μποβί είναι ερασιτεχνικές αλλά πιο αυθόρμητες. Ο Μπουασονά σκηνοθετεί τη λήψη, ο Μποντ-Μποβί πιάνει τη στιγμή. Οπου δεν φωτογραφίζει ο ΜποντΜποβί, γράφει περιγράφοντας τις εικόνες του Μπουασονά. Ο ένας συμπληρώνει τον άλλον.

«Το ενδιαφέρον αυτού του αρχείου βρίσκεται στο ότι δυο ξένοι τεκμηριώνουν αυτήν την εποχή. Οταν διάβαζα τις περιγραφές, ήταν σαν να ζούσα μαζί τους αυτό το ταξίδι. Εβλεπα πώς ξαναζωντάνευαν τα χωριά που είχαν διαλυθεί από τον πόλεμο, τις δημόσιες υπηρεσίες (ταχυδρομεία) να επαναλειτουργούν. Γίνονται λοιπόν οι πρώτοι μάρτυρες της εικόνας της Ελλάδος, ενός τόπου κι ενός λαού μετά την απελευθέρωση, επιλέγοντας ως μέσο τη φωτογραφία για να μεταφέρουν την ατμόσφαιρά της», εξηγεί η κ. Μποσολέιγ στην «Κ».

Μια δεύτερη ανάγνωση είναι η ανθρώπινη πλευρά των δύο Ελβετών στις φωτογραφικές τους περιηγήσεις. Το οδοιπορικό αυτό, επισημαίνει η κ. Μποσολέιγ, δεν ήταν εύκολο. «Εδώ και τέσσερις μήνες κανείς δεν μπορούσε να ταξιδέψει χωρίς να διατρέξει τους μεγαλύτερους κινδύνους», σημείωνε ο Μποντ-Μποβί. Επρεπε να διανύσουν μεγάλες αποστάσεις για να φωτογραφήσουν χωριά και κωμοπόλεις, τα οποία, όπως έγραφε, «είμαστε χωρίς αμφιβολία οι πρώτοι Ευρωπαίοι που τα επισκεπτόμαστε μετά τον Φρανσουά Πουκεβίλ».

Τρεις φορές πήγαν στην Ηπειρο εκείνο το καλοκαίρι. Μετακινούνταν με αυτοκίνητο, με μουλάρια, με βάρκες, κουβαλώντας πολλές φορές στην πλάτη τους τα κασελάκια με τον φωτογραφικό εξοπλισμό και τις γυάλινες πλάκες, διέσχιζαν φαράγγια και ποτάμια. Διανυκτέρευαν σε χάνια και ξενοδοχεία, γλεντούσαν με τους ντόπιους, μεθούσαν μαζί για τη χαρά της νίκης. «Η νίκη της Ελλάδας ήταν καλοδεχούμενη από όλους αυτούς τους φτωχούς ανθρώπους, οι οποίοι για πρώτη φορά ζουν διαφορετικά από το καθεστώς του τρόμου. “Οι πηγές μας, τα δάση μας, τα δένδρα μας, γελούν μαζί μας”, μου έλεγε ένας από αυτούς το πρωί», έγραφε ο Μποντ-Μποβί.

Το οδοιπορικό του ’13 για τους δύο Ελβετούς φίλους που ταξίδευαν μαζί από το 1903, ήταν ταυτόχρονα και μια μικρή Οδύσσεια. Η Κόνιτσα, όπως φαίνεται από τις επιστολές, είχε γίνει έμμονη ιδέα. Αναπάντεχα εμπόδια άλλαζαν τον προορισμό τους στα δύο ταξίδια. Στο πρώτο, τον Ιούνιο, προέκυψε το ατύχημα. Το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν ανατράπηκε. Ευτυχώς με ελάχιστα τραύματα και, για να αναρρώσουν, επέστρεψαν στην πατρίδα τους. Ο Μποντ-Μποβί περιγράφει λεπτομερώς το ατύχημα, το διανθίζει με σκίτσα, αποτυπώνει με τη φωτογραφική του μηχανή το γεγονός. «Από θαύμα σωθήκαμε!» γράφει.

Στην Ηπειρο

Μετά την ανάρρωσή τους στη Γενεύη, επιστρέφουν στην Ηπειρο και την οργώνουν από άκρη σε άκρη. Στους Αγίους Σαράντα φωτογραφίζουν τον αδελφό της Ισιδώρας Ντάνκαν –«με ωραίο σώμα ανακατεμένο με ιδεαλισμό, φωτεινά μάτια, μύτη γαμψή σαν αετός» τον περιγράφει ο Μποντ-Μποβί– στην υπαίθρια σχολή που είχε στήσει για καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Συνεχίζουν με στόχο πάντα την Κόνιτσα.

Ο Μπουασονά καταγράφει με τον φακό του, ο Μποντ-Μποβί με την πένα του «όψεις της θάλασσας, ερείπια της Νικόπολης, το στόμιο του Λούρου […], τον μεγάλο δρόμο των Ιωαννίνων προς την Πρέβεζα γεμάτο από σκονισμένα οχήματα που μετέφεραν οικογένειες Τούρκων και άμαξες που έσερναν βόδια μεταφέροντας προμήθειες στους Ελληνες στρατιώτες».

Διασχίζουν την Παραμυθία που «θυμίζει την Ανδρίτσαινα, αλλά σε βαθμό πιο μεγάλο, πιο άγριο, πιο γραφικό. Ηταν μέρα της αγοράς. Ενα πλήθος ποικιλόμορφο και αρκετά αγριωπό περπατούσε, συζητούσε, έσκουζε. Τούρκοι, αγάδες, Βλάχοι, Ελληνες όλα ανακατωμένα. Ο Φρεντ φωτογράφιζε συνεχώς υπό την αιγίδα του κυβερνήτη, του διοικητή του στρατού που τον προστάτευαν από τους ενοχλητικούς και εφάρμοζαν την διαταγή στους πιο άξεστους Ηπειρώτες».

Αλλαγή σχεδίων

Τελικός προορισμός είναι η Κόνιτσα, αλλά για δεύτερη φορά τα σχέδια αλλάζουν. Μια «βασιλική διαταγή» που έλαβαν από την ελληνική κυβέρνηση τους ζητούσε να εγκαταλείψουν την Ηπειρο και να παρουσιαστούν στο Γενικό Στρατηγείο του Λιβούνοβο. Αναχωρούν για τα σύνορα. Καθ’ οδόν κάνουν στάση στη Θεσσαλονίκη, αλλά η εξάπλωση της χολέρας τους ανάγκασε να εμβολιαστούν. Ο διπλός εμβολιασμός παρέτεινε τις μέρες της παραμονής στη Θεσσαλονίκη για μια εβδομάδα. Στο διάστημα αυτό Μπουασονά και Μποντ-Μποβί βρήκαν την ευκαιρία για την ανάβαση στον Ολυμπο που έμελλε να μείνει στην Ιστορία για την πρώτη κατάκτηση της υψηλότερης κορυφής του από τους δύο Ελβετούς με την καθοδήγηση του Χρήστου Κάκαλου.

Επιστρέφουν στη Θεσσαλονίκη «μια πόλη απίθανη», όπως την περιγράφει ο Μποντ- Μποβί. «Ολα τριγύρω: Εβραίοι τούρκοι έλληνες, σέρβοι, τσιγγάνοι, Αμερικανοί ρεπόρτερ, παριζιάνες, κοκότες, γυναίκες με πέπλα, ονηλάτες, κουβαλητές νερού, έμποροι φρούτων λούστροι, μπακάληδες, εφημεριδοπώλες. Ολοι οι τύποι, όλα τα κοστούμια, όλες οι γλώσσες!!!». Εμβολιάζονται για δεύτερη φορά κι αναχωρούν για τα σύνορα. Εκεί διαπιστώνουν ότι δεν υπήρξε καμία «βασιλική εντολή». Χωρίς να μάθουν ποτέ από ποιον και γιατί εστάλη, αναχωρούν αμέσως και πάλι για την Κόνιτσα. Στις 10 Αυγούστου υπεγράφη η συνθήκη του Βουκουρεστίου και στις 16 Αυγούστου οι δύο Ελβετοί φτάνουν για τρίτη φορά στην Ηπειρο.

Στην Κόνιτσα τα επιφωνήματα περισσεύουν. «Επιτέλους ο Δίας μας προστάτεψε! Φτάσαμε στην Κόνιτσα, χωρίς αμφιβολία την πιο όμορφη από τις πόλεις της Ηπείρου, κρυμμένη μέσα σε μια γωνιά των βουνών, καταφύγιο ανάμεσα σε χαράδρες, με καθαρά σπίτια και ανθισμένους κήπους να ξεχωρίζουν, γεμάτη συκιές, ροδιές, δάφνες… Μια τεράστια γέφυρα, τουρκική, με ένα μόνο τόξο, που υπερπηδά το εύρος από τις χαράδρες, είναι αυτή που δίνει πέρασμα στον Αώο. Αυτή η λεπτή γέφυρα κι αυτή η χαράδρα όπου περιρρέει το φως, όπου ο χείμαρρος λαμπυρίζει σαν μετάλλινος δράκος, είναι η μεγάλη ομορφιά της Κόνιτσας!».