ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Τι κρύβεται πίσω από τον Γουόρχολ

warhole1

«Πηγαίνετε στο μουσείο και σας λένε ότι τα μικρά τετράγωνα κρεμασμένα στους τοίχους είναι τέχνη, αλλά τέχνη είναι το τίποτα και τα πάντα» (Συνέντευξη στο περιοδικό Newsweek, 7 Δεκεμβρίου 1964). Με αυτή τη φράση ξεκινάει η περιήγησή μας στην έκθεση «Αντι Γουόρχολ Unlimited» που αφιερώνει το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της πόλης του Παρισιού στον Αμερικανό καλλιτέχνη, πατέρα της ποπ αρτ.

Ιδιοφυΐα ή υπερεκτιμημένος; Εμβριθή νοήματα ή μια καταγραφή της σύγχρονης πραγματικότητας χωρίς περαιτέρω ανάλυση; Ο Αντι Γουόρχολ έχει κατακριθεί και εκθειαστεί περισσότερο από κάθε άλλον καλλιτέχνη. Η έκθεση, παίρνοντας μερικά από τα πιο κλασικά έργα του αλλά και παρουσιάζοντας για πρώτη φορά σε όλη την Ευρώπη τη σειρά «Shadows» (Σκιές), επιχειρεί να δώσει μια απάντηση – ή έστω να ξαναθέσει το ερώτημα για το τι κρύβεται πίσω από την ταυτότητα του εικαστικού Γουόρχολ.

«Αν θέλετε να μάθετε τα πάντα σχετικά με τον Αντι Γουόρχολ, αρκεί να κοιτάξετε την επιφάνεια: τους πίνακές μου, τις ταινίες μου κι εμένα. Δεν υπάρχει τίποτα από πίσω» (The East Village Other, 1η Νοεμβρίου 1966). Στην πρώτη αίθουσα της έκθεσης θα συναντήσουμε τις περίφημες «Σούπες» Campbell (1969), αποτυπωμένες ψυχρά χωρίς κανένα συναίσθημα. Πολλοί κριτικοί τέχνης θα ενοχληθούν. Πώς γίνεται ένα προϊόν μαζικής κατανάλωσης να παρουσιάζεται ως τέχνη; Αν τουλάχιστον είχε προσπαθήσει να το μεταποιήσει θα ήταν περισσότερο αποδεκτό – αλλά όχι. Ο Γουόρχολ θα ξεκινήσει μια σειρά έργων, που θα τον ακολουθήσει σε όλη την καλλιτεχνική του πορεία και θα υπάρξουν πολλές παρόμοιες ενότητες σαν αυτή των έργων με τις «Σούπες». Η πρωτύτερη επιτυχημένη καριέρα του ως γραφίστας για πολυκαταστήματα στη Νέα Υόρκη πρόκειται να τον επηρεάσει στην παρουσίαση της πραγματικότητας χωρίς περαιτέρω επεξηγήσεις – ο καθένας είναι ικανός να δώσει το δικό του νόημα, ενόσω εκείνος θα επιμένει ότι δεν υπάρχει κανένα νόημα.

Σε μια τηλεοπτική συνέντευξη που παρουσιάζεται αποσπασματικά στην έκθεση, ένας δημοσιογράφος ρωτάει τον Γουόρχολ για την ποπ αρτ. Ο καλλιτέχνης με ύφος αποστασιοποιημένο και προβοκατόρικο απαντάει μονολεκτικά με ναι και όχι. Το προϊόν είναι ο ίδιος. Δεν χρειάζεται να πουλήσει τίποτα περισσότερο από τον εαυτό του.

Ολες οι προσωπικότητες

Ισως το πιο σημαντικό κομμάτι της επίδρασης του Γουόρχολ στην τέχνη είναι αυτό που το πλατύ κοινό δεν γνωρίζει τόσο σε βάθος: η κινηματογραφική του δουλειά. Στην έκθεση παρουσιάζονται τα Screen Tests (1964-66) του, όπου φιλμάρει αμέτρητες διάσημες προσωπικότητες όσο διαρκεί μια μπομπίνα 16 χιλιοστών και στη συνέχεια τις παρουσιάζει σε σλόου μότιον.

«Το έκανα γιατί γενικά οι άνθρωποι δεν πηγαίνουν στο σινεμά παρά μόνον για να δουν τους σταρ και να τους καταβροχθίσουν – οπότε να η ευκαιρία να τους δείτε για όσο θέλετε, ασχέτως του τι κάνουν. Και επιπλέον, ήταν πολύ εύκολο να γίνει» (The East Village Other, 1η Νοεμβρίου 1966). Από το 1962 ώς το 1968, το Factory, το ατελιέ του Γουόρχολ γίνεται προορισμός για κάθε λογής προσωπικότητες: από τους πλέον άντεργκραουντ καλλιτέχνες, μέχρι τα τζάνκι της περιοχής, από τους μουσικούς της Νέας Υόρκης ώς τους μίδες συλλέκτες τέχνης και τις σόσιαλαϊτς επιρρεπείς στις ουσίες. Στο Μουσείο παρουσιάζονται τα φιλμ του Μπομπ Ντίλαν, του Σαλβαντόρ Νταλί, του Μαρσέλ Ντισόμπ, της Νίκο.

Για να περάσουμε συνειρμικά στην άλλη δραστηριότητα του καλλιτέχνη: Ο Γουόρχολ προσέγγισε τους Velvet Undergound το 1965 και έγινε ο μάνατζέρ τους. Αυτός ήταν εκείνος που επέμεινε ότι εκτός από τα βαθιά φωνητικά του Λου Ριντ χρειάζονταν και μια γυναικεία παρουσία στο γκρουπ και τους σύστησε την εξωτική Νίκο – και ήταν αυτός που σχεδίασε την περίφημη μπανάνα στον πρώτο τους δίσκο (The Velvet Underground & Nico, 1967). Στην έκθεση παρουσιάζονται τα έργα που συνόδευαν τις λάιβ εμφανίσεις τους, με την επωνυμία The Exploding Plastic Inevitable (EPI). Μια νέα θρησκεία, θα πει ο Γουόρχολ.

– Ποια καινούργια θρησκεία, Αντι;

– Τίποτα.

– Τίποτα;

– H αποθέωση του Τίποτα.

(Detroit Magazine, 15 Ιανουαρίου 1967)

Μπορούμε να τον κρίνουμε όσο θέλουμε, αλλά κανείς δεν κατάφερε να θέσει καλύτερα τη μεταμοντέρνα, καταναλωτική κοινωνία. Με το ίδιο ψυχρό βλέμμα θα παρατηρήσει κανείς τις μεταξοτυπίες του καλλιτέχνη όπου παρουσιάζει τις ηλεκτρικές καρέκλες στις οποίες καταδικάστηκαν όχι μόνο κακοποιοί και δολοφόνοι, αλλά και πολιτικοί κρατούμενοι όπως o Tζούλιους και η Εθελ Ρόζενμπεργκ. Θα τις φωτογραφήσει και θα τις βάψει με τον γνωστό του, ποπ τρόπο, αφού τις κοσμήσει με φόντο τις περίφημες «Cows» (Αγελάδες) του (Whitney Museum, 1971). Αλλο ένα σύμβολο της αμερικανικής ψευτοηθικής που αγοράζεται και πωλείται κατά τη διάρκεια προεκλογικών εκστρατειών του τάδε και του δείνα υποψηφίου.

Η μανία στις ΗΠΑ
«Στις ΗΠΑ, είναι πραγματικά καταπληκτικό, έχουμε τη μανία να ειδωλοποιούμε τον καθένα και το καθετί – ό,τι και να κάνουν, ή ακόμη και τίποτα» (The East Village Other, 1η Νοεμβρίου 1966). Η εμμονή του Γουόρχολ με τον θάνατο και τη διασημότητα επανέρχεται στο έργο του με κεντρικό θέμα την Τζάκι Κένεντι. Μετά τον θάνατο του προέδρου στις 22 Νοεμβρίου 1963, οι φωτογραφίες της χήρας του Κένεντι πλημμυρίζουν τον Τύπο. Ο Γουόρχολ την παρουσιάζει πότε θλιμμένη, πότε λαμπερή. Κι έπειτα έρχεται η σειρά της πολιτιστικής επανάστασης της Κίνας. «Γιατί θα έπρεπε να είμαι πρωτότυπος; Γιατί δεν μπορώ να είμαι μπανάλ;», αναρωτιέται ο καλλιτέχνης το 1963 – οπότε αναπαράγει το επίσημο πορτρέτο του Μάο Τσε Τουνγκ, σε άμεση σύνδεση με την επίσκεψη του Ρίτσαρντ Νίξον στην Κίνα.

Το ασημένιο χρώμα είναι καταλυτικό στην ιστορία του Γουόρχολ – ασημένιο ήταν εξάλλου βαμμένο και όλο το Factory. Στην επόμενη αίθουσα θα συναντήσουμε τα «Ασημένια Σύννεφα» (Silver Clouds) που μοιάζουν με μαξιλάρια γεμισμένα με ήλιο και αντιπροσωπεύουν το τέλος της Τέχνης όπως τη γνωρίσαμε. Οι επισκέπτες καταλαβαίνουν την παιχνιδιάρικη φύση τους και αντιδρούν ανάλογα.

Αδεια παραμένει η αίθουσα όπου προβάλλεται το Empire, η οκτάωρη σταθερή λήψη του Empire State Building. Ξεκινάει από το σούρουπο, συνεχίζεται στη νύχτα με τα φώτα του κτιρίου να το ξεχωρίζουν στον νεοϋορκέζικο ουρανό και κάποια στιγμή σβήνουν και η οθόνη βυθίζεται στο μαύρο. Η συνεισφορά του Αντι Γουόρχολ στην τέχνη του βίντεο-αρτ είναι απερίγραπτη. Χρειάζεται όμως υπομονή την οποία οι επισκέπτες δεν διαθέτουν, για να παραμείνουν παραπάνω από πέντε λεπτά σε μια αίθουσα όπου δεν συμβαίνει τίποτα. Με τον ίδιο τρόπο που ο καλλιτέχνης είχε βιντεοσκοπήσει τον John Giorno να κοιμάται για 6 ώρες στο φιλμ «Sleep» (Υπνος). Η σχέση του χρόνου και του χώρου θα τον απασχολήσει πολύ. «Οταν κοιτάζω τα πράγματα, κοιτάζω πάντοτε τον χώρο που καταλαμβάνουν. Θέλω πάντα ο χώρος να ξαναεμφανιστεί, να επιστρέψει, γιατί πρόκειται για χαμένο χώρο όταν κάτι βρίσκεται μέσα» (The philosophy of Andy Warhol – From A to B and Back Again, 1975).

Οι «Σκιές» για πρώτη φορά

Για το τέλος, οι διοργανωτές αφήνουν το σημαντικότερο τμήμα της έκθεσης. Πρόκειται για τη σειρά «Shadows» (Σκιές, 1978-79), μιας σειράς 108 αφηρημένων έργων σε 17 χρώματα, τα οποία ο καλλιτέχνης δημιούργησε έπειτα από παραγγελία των Heiner Friedrich και Philippa de Menil, των μεγαλύτερων συλλεκτών τέχνης των ΗΠΑ, τα οποία εκτίθενται για πρώτη φορά στην Ευρώπη και παρουσιάζονται εδώ σε σειρά.
Καθώς το μάτι δεν μπορεί να τα αποτυπώσει όλα ταυτόχρονα, το αποτέλεσμα μοιάζει με καλλιτεχνικό installation ή φιλμ, που απλώνεται στον χρόνο και στον χώρο με τον ίδιο τρόπο που οι Νύμφες του Μονέ δεν μπορούν να ιδωθούν ξεχωριστά η μία από την άλλη.

Ορισμένοι κριτικοί τέχνης υποστηρίζουν ότι το έργο αποτίει φόρο τιμής στον ζωγράφο Τζόρτζιο ντε Κίρικο που πέθανε ένα χρόνο πριν από τη δημιουργία του έργου.

Ο κόσμος του Γουόρχολ είναι λαμπερός, χρωματιστός, σαν τα φώτα νέον που αντικρίζουμε με ανυπομονησία όταν ταξιδεύουμε σε μια καινούργια, άγνωστη χώρα.

Από την άλλη, οι εικόνες του έχουν αναπαραχθεί όσο τίποτα άλλο τα τελευταία πενήντα χρόνια. Η προσωπικότητά του δεν μπορεί να ιδωθεί ξέχωρα από το έργο του, το οποίο δεν μπορεί παρά να μας θέτει ερωτήματα:

Ηταν όντως τόσο πεζός; Εκανε ό,τι μπορούσε για να προβοκάρει; Είναι τέχνη το να αναπαράγεις εικόνες από την πολιτική, τη διαφήμιση, την κοινωνία χωρίς την παραμικρή αλλοίωση; Μπορεί και όχι.

Κοιτάζοντας όμως λίγο βαθύτερα, βλέπουμε πως το αστραφτερό περιτύλιγμα δεν είναι παρά αυτό – ένα περιτύλιγμα γιατί κάπου κάπου ξεμυτίζει ένα σκοτεινό έργο, είτε πρόκειται για τα αθόρυβα πορτρέτα του Μπομπ Ντίλαν ή της Νίκο είτε για τις βάρβαρες ηλεκτρικές καρέκλες είτε ακόμη για τις ακατανόητες Σκιές. Και ο θόρυβος που προκαλούν δεν θα κοπάσει, μοιάζει, ποτέ.

Η έκθεση «Warhol Unlimited» θα διαρκέσει μέχρι τις 2 Φεβρουαρίου.