ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Ανάμεσα σε όνειρο και πραγματικότητα

anamesa-se-oneiro-kai-pragmatikotita-2119128

Στη νότια πλευρά του Μπρούκλιν και μπροστά στον Ατλαντικό Ωκεανό, το Κόνεϊ Αϊλαντ –μια ακτή μήκους τεσσάρων περίπου μιλίων– γοητεύει εδώ και ενάμιση αιώνα τους κατοίκους της Νέας Υόρκης, που συρρέουν μαζικά τους καλοκαιρινούς μήνες στην παραλία του, ενώ αποτέλεσε τόπο έμπνευσης για μια σειρά διάσημων καλλιτεχνών, από τον Χένρι Μίλερ και τον Γουόκερ Εβανς έως τον Ντάρεν Αρονόφκσυ, τον Γούντι Αλεν και τον Λου Ριντ. Σχεδιασμένο αρχικά ως θέρετρο για τους πλούσιους κατοίκους του Μανχάταν που ήθελαν να απολαύσουν τις διακοπές τους σε ασφαλή απόσταση, μετατράπηκε γρήγορα σε Μέκκα της διασκέδασης για όλες τις κοινωνικές τάξεις και εξελίχθηκε, λόγω της ανομοιογένειας των επισκεπτών του, σε μικρογραφία ολόκληρης της Αμερικής. Το συναρπαστικό αυτό χρονικό αφηγούνται οι φωτογραφίες που εκτίθενται στο Μουσείο του Μπρούκλιν.

Νησίδα ανεκτικότητας

Στα μέσα του 19ου αιώνα η πρόσβαση στο Κόνεϊ Αϊλαντ ήταν δυνατή μόνο για όσους μπορούσαν να πληρώσουν το αντίτιμο ενός φέρι μποτ που εκτελούσε τη διαδρομή από το Μανχάταν. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του Γουόλτ Γουίτμαν (έζησε στην περιοχή του Μπρούκλιν από το 1836 έως το 1850), ο οποίος περιγράφει μια μοναχική κατάβαση στην παραλία, όπου έκανε μπάνιο «διαβάζοντας Σαίξπηρ και Ομηρο».

Το σκηνικό, ωστόσο, δεν άργησε να αλλάξει. Πίνακες της εποχής που ακολούθησε τον Αμερικανικό Εμφύλιο δείχνουν πως, παρά τον αρχικά ελιτίστικο χαρακτήρα του, το Κόνεϊ Αϊλαντ υπήρξε από νωρίς νησίδα δημοκρατίας σε μια χώρα με ανοικτά ζητήματα και ανεπούλωτες πληγές: ζευγάρια Αφροαμερικανών, μόνες γυναίκες και πλανόδιοι ακροβάτες συζητούν με οικογένειες Αμερικανών αστών μπροστά στη θάλασσα, καταδεικνύοντας πως το φλερτ ήταν επιτρεπτό και η ανεκτικότητα προς το διαφορετικό κοινός τόπος.

Επιχειρηματίες που επωφελήθηκαν από τη μαζική αστικοποίηση και τη ραγδαία βιομηχανοποίηση, προβλέποντας την ανάγκη για έναν τόπο όπου η αναψυχή θα συνδυαζόταν με την περιπέτεια και θα λειτουργούσε ως βαλβίδα αποσυμπίεσης από τους ρυθμούς του σύγχρονου τρόπου ζωής έστησαν στο Κόνεϊ Αϊλαντ το μεγαλύτερο πάρκο του κόσμου. Το λούνα παρκ που άνοιξε τις πύλες του πριν από την αλλαγή του αιώνα αποτέλεσε σύμβολο του αμερικανικού μοντερνισμού και χρησίμευσε ως ένα είδος εργαστηρίου για τη δοκιμή όλων των νέων ιδεών που θα έβρισκαν αργότερα εφαρμογή στην υπόλοιπη χώρα. Το ελεύθερο παιχνίδι με τους κανόνες της αρχιτεκτονικής, το όργιο χρωμάτων και οι περίτεχνοι στολισμοί, η έντονη θεατρικότητα του τοπίου (ένα εκατομμύριο ηλεκτρικές λάμπες άναβαν κάθε βράδυ προς τέρψιν των επισκεπτών), αλλά και το γκροτέσκο ντελίριο των φουτουριστικών θεαμάτων που προσφέρονταν αποδείκνυαν πως το Κόνεϊ Αϊλαντ ήταν κάτι περισσότερο από τόπος διασκέδασης.

Η επέκταση του νεοϋορκέζικου μετρό το 1920 άνοιξε τις πύλες της ηλεκτρικής Εδέμ σε εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου. Το εισιτήριο των πέντε σεντς μετέτρεψε το θέρετρο σε αγαπημένο προορισμό για το σύνολο των κατοίκων της πόλης. Τη ροή των μαζών δεν ανέκοψε ούτε το χρηματιστηριακό κραχ του 1929, που βύθισε τη Νέα Υόρκη στην απόγνωση. Το πάρκο, ωστόσο, ακολούθησε τη γενικότερη οικονομική κατάσταση της Αμερικής, χάνοντας την αρχική του αίγλη και έγινε σύντομα ένας τόπος συνάντησης αποκλειστικά για το προλεταριάτο. Παρά την παρακμή που ακολούθησε, το Κόνεϊ Αϊλαντ παρέμεινε σημείο αναφοράς για την τεχνολογική του υπεροχή λειτουργώντας σαν ψυχολογικό αντίβαρο καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσης.

Ψυχικό καταφύγιο για καλλιτέχνες

Το 1936 ο Χένρι Μίλερ θα μιλήσει για το Κόνεϊ Αϊλαντ ως «ψυχική κατάσταση», εσωτερικοποιώντας την εμπειρία του πάρκου και της ακτής. Στο ίδιο μοτίβο θα κινηθούν και άλλοι καλλιτέχνες της εποχής, που εστιάζουν στις προσωπικές διαδρομές των ανθρώπων που φωτογραφίζουν ή απεικονίζουν στους πίνακές τους. Το νότιο αυτό σημείο του Μπρούκλιν γίνεται ένα είδος μεταφοράς για την ομορφιά και το παράλογο, αλλά και για το συναισθηματικό κενό που συνεπάγεται ο πόλεμος.

Τις δεκαετίες που ακολούθησαν, μπιτ λογοτέχνες όπως ο Λόρενς Φερλινγκέτι επιδόθηκαν στην ποιητική του αποτύπωση περιγράφοντάς το Κόνεϊ Αϊλαντ ως ψυχικό καταφύγιο από τις φρικαλεότητες που διαπράττονταν στο μακρινό Βιετνάμ και τις κοινωνικές αναταράξεις στο εσωτερικό της χώρας.

Οι αντιθέσεις της Αμερικής –από τη φρενίτιδα του διαστημικού προγράμματος ώς τις δολοφονίες των Κένεντι και Λούθερ Κινγκ, το Βιετνάμ και το Γoυοτεργκέιτ– συνέχισαν να αντανακλώνται στην εικόνα του Κόνεϊ Aϊλαντ, που παρέμεινε για δεκαετίες μια μεταφορά για το αμερικανικό όνειρο. Την τελευταία του περίοδο είχε μετατραπεί σε Αστρολαντ, μια φουτουριστική κατασκευή με την οποία προπαγανδιζόταν η επιχείρηση κατάκτησης του διαστήματος.

Γύρω της παρεπιδημούσαν παραβατικές φιγούρες, αμαρτωλοί και άγιοι της εποχής, συμμορίες που λυμαίνονταν την πόλη αλλά τριγύριζαν στους χώρους της μαζί με τον υπόλοιπο κόσμο. Το τέλος της Αστρολαντ, τον Σεπτέμβριο του 2008, σήμανε, ουσιαστικά, και το τέλος μιας ουτοπίας που συμπύκνωνε την έννοια της Αμερικής για περισσότερο από έναν αιώνα.

​​Visions of an american Dreamland: Brooklyn Museum Collections. Η έκθεση διαρκεί έως τις 13 Μαρτίου.

*O κ. Χρήστος Αστερίου ειναι συγγραφεας, υπότροφος του Fullbright.