ΒΙΒΛΙΟ

Δεν υπάρχει φεμινισμός χωρίς πατριαρχία

Δεν υπάρχει φεμινισμός χωρίς πατριαρχία

To 2014 η Νεοϋορκέζα συγγραφέας Λιν Τίλμαν είχε βγάλει ένα βιβλίο που θα έπρεπε να βραβευτεί ακόμη και για τον τίτλο του: «Τι θα έκανε η Λιν Τίλμαν;». Ο αυτοσαρκασμός και η τόλμη των δοκιμίων της, ο συνδυασμός πληροφορίας και φαντασίας είχαν συζητηθεί πολύ τότε και το βιβλίο της είχε φτάσει στη μικρή λίστα του National Book Critics Award.

Οταν τη γνώρισα στην Αθήνα, στη διάρκεια μιας επίσκεψης σε παλιούς της φίλους, η Λιν ετοιμαζόταν για ένα μικρό ταξίδι στα Χανιά όπου έζησε στα χρόνια τής δικτατορίας, ως φοιτήτρια. Μιλούσε όπως όλες οι έξυπνες γυναίκες χωρίς ηλικία – διατηρώντας τον τρυφερό ενθουσιασμό του κοριτσιού, μπολιάζοντάς τον με την αποστασιοποίηση της ώριμης γυναίκας που «βρίσκεται σε πόλεμο με το προφανές» όπως πολύ ωραία το είχε διατυπώσει ο Κολμ Τοϊμπίν στο New Yorker. «Εχεις παρατηρήσει», είπε κάποια στιγμή η Λιν χαμογελώντας συνωμοτικά, «ότι οι γυναίκες που γράφουν σκοτεινά κείμενα εξαφανίζονται γρήγορα; Δεν μιλάνε πολύ γι’ αυτές. Θέλουμε τις γυναίκες ως επιβεβαίωση της ζωής».

Συζητήσαμε και για το νέο της μυθιστόρημα «Men and Apparitions», το έκτο της, στο οποίο ένας 38χρονος εθνολόγος, ο Ζέκε, συνθέτει το πορτρέτο του «Νέου Ανδρα». Παίρνει συνεντεύξεις από μεσήλικες άνδρες και τις συνοδεύει με φωτογραφικά πορτρέτα των ανδρών αυτών από τα χρόνια της εφηβείας τους.

– Ολοι ασχολούνται με τις γυναίκες στην Αμερική. Πώς αποφάσισες να ασχοληθείς με τους άνδρες;
– Επειδή οι άνδρες επίσης αλλάζουν. Κι επειδή δεν υπάρχει φεμινισμός χωρίς πατριαρχία. Πήρα πράγματι αυτές τις συνεντεύξεις, μίλησα με άνδρες σημερινούς που ασχολούνται με την ανατροφή των παιδιών τους, ο φεμινισμός έδωσε στους Αμερικανούς την ευκαιρία να γίνουν καλοί πατέρες. Βλέπεις την επιθυμία τους, την ικανοποίηση που αντλούν από τον πατρικό ρόλο. Βλέπεις παιδιά να κουρνιάζουν στο στήθος του πατέρα τους. Αυτό είναι προϊόν του αντισυλληπτικού χαπιού, του ελέγχου των γεννήσεων. Δεν θα υπήρχε σήμερα συζήτηση για τα φύλα, ή για τους τρανσέξουαλ ας πούμε, χωρίς το χάπι. Είναι πιο σημαντικό από το εμβόλιο πολιομυελίτιδας.

– Θα μπορούσες να γράψεις το βιβλίο σου ως ένα δοκίμιο για τον σύγχρονο άνδρα. Γιατί μυθιστόρημα;
– Ηταν διασκεδαστικό να έχω έναν κεντρικό χαρακτήρα, να παίρνει εκείνος τις συνεντεύξεις. Δημιουργείται έτσι ένας χώρος για ταυτίσεις και για αστεία. Θέλω να διασκεδάζει ο αναγνώστης καθώς διαβάζει, αν και ξέρω πως το χιούμορ είναι τοπικό προϊόν, χάνεται στη μετάφραση. Θέλω επίσης να έχω συζητήσεις στα βιβλία μου. Ηδη, από το 1998 χρησιμοποιούσα κασετόφωνο. Απομαγνητοφωνούσα και κατέγραφα αληθινές συζητήσεις.

– Γιατί σε ενδιαφέρει τόσο η καταγραφή συζητήσεων στη λογοτεχνία;
– Σε μια συζήτηση ανακαλύπτεις ότι διατυπώνεις ιδέες που δεν είχες καν σκεφθεί πριν από τη συζήτηση, μέσω της διάδρασης ανακαλύπτεις νέες σκέψεις που κοιμούνται μέσα σου. Και ιστορίες. Χθες βράδυ μιλούσα μ’ έναν γείτονα των φίλων που με φιλοξενούν εδώ στο Κολωνάκι, έχασε τον σκύλο του στον σεισμό του ’99 και τον ξαναβρήκε στον δρόμο ύστερα από δύο χρόνια, ήταν μια πολύ παράξενη και οικεία συζήτηση.

– Γράφεις κάπου ότι τα δοκίμια είναι επιχειρήματα για θέματα για τα οποία δεν βρήκαμε τα κατάλληλα λόγια. Το ίδιο ισχύει και για το μυθιστόρημα;
– Για ό,τι γράφουμε. Οταν γράφεις, ελέγχεις κάθε λέξη αναζητώντας σαφήνεια και τιμιότητα. Ξέρεις πότε υπάρχει ειλικρίνεια πίσω από τις λέξεις – όταν διαβάζεις Βιρτζίνια Γουλφ κάθε λέξη έχει σκοπό. Αντίθετα, σήμερα έχουμε κανόνες χωρίς πεποίθηση. Διάβαζα το «Ενα κάποιο τέλος» του Μπαρνς, ωραία γραμμένο, αλλά βλέπω στη μέση του βιβλίου τη μηχανή της πλοκής στημένη ολοκάθαρα.

– Ο αυτοσκοπός της πλοκής οφείλεται και στα μαθήματα δημιουργικής γραφής, στους κανόνες;
– Δεν είμαι εναντίον των μαθημάτων. Κι εγώ διδάσκω. Το θέμα είναι τι διδάσκεις. Το μεγάλο μυστήριο είναι πώς θα βελτιώσεις την πρότασή σου λέξη λέξη. Οι Αμερικανοί συγγραφείς σήμερα τεμπελιάζουν στην επιλογή του ρήματος. Το σωστό ρήμα δίνει νόημα και βάθος.

– Οι Αμερικανοί κάποτε ταξίδευαν στην Ευρώπη για να ανακαλύψουν αυτό το βάθος που περιγράφεις – ο Φιτζέραλντ, η Γερτρούδη Στάιν, το ζεύγος Μπόουλς…
– Κι εγώ έτσι είχα φτάσει ώς τα Χανιά, νοίκιαζα ένα δωμάτιο είκοσι δολάρια τον μήνα. Εκεί γνώρισα και τον Τσαρλς-Χένρι Φορντ. Οι Αμερικανοί έρχονταν για να ανακαλύψουν τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Σήμερα με το Ιντερνετ έχει τελειώσει αυτού του είδους το ταξίδι. Βέβαια, αυτό που ανακαλύπτεις ταξιδεύοντας είναι πάντα ο εαυτός σου, το γεγονός ότι κουβαλάς την εντοπιότητά σου, την εθνική σου ταυτότητα. Στο Λονδίνο νεότερη νόμιζα ως Νεοϋορκέζα ότι έπρεπε να απαντάω σε όλες τις ερωτήσεις που μου έκαναν, μετά παρατήρησα πώς σιωπούσαν οι Αγγλοι, πώς χρησιμοποιούσαν την υπεκφυγή. Ενθουσιάστηκα. Σκέφθηκα: αυτό θα πει ελευθερία.