ΒΙΒΛΙΟ

500 λέξεις με τον Μάκη Μαλαφέκα

dsc_0203

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1977. Σπούδασε ιστορία της τέχνης, κοινωνική ανθρωπολογία, παρέδωσε σεμινάρια στη Σορβόννη για την ιστορία τού ευρωπαϊκού κόμικς, έγραψε στο «9» της Ελευθεροτυπίας, στη Libération, εργάστηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού. Το παλπ-νουάρ «Δε λες κουβέντα» (Μελάνι, 2018), το τέταρτο βιβλίο του, μόλις μεταφράστηκε στα ιταλικά.

Ποια βιβλία έχετε αυτόν τον καιρό πλάι στο κρεβάτι σας;
Σιμενόν, Σπιλέιν, Χάισμιθ… Τσάντλερ – τα διηγήματα. Και το πρώτο της τριλογίας «Vernon Subutex», της Βιρζινί Ντεσπάν.

Ποιος ήρωας/ηρωίδα λογοτεχνίας θα θέλατε να είστε και γιατί;
Κάποιος ήρωας επιστημονικής φαντασίας του Σπίνραντ, του Φίλιπ Ντικ… Για την αμεσότητα του Μεταφυσικού. Αυτός στο «Ubik», ας πούμε.

Διοργανώνετε ένα δείπνο. Ποιους ποιητές ή συγγραφείς καλείτε, ζώντες και τεθνεώτες;
Είναι δύσκολη παρέα συνήθως οι λογοτέχνες. Και να τους έχω εκεί να τους σερβίρω σαλάτες, δεν ξέρω… Θα φώναζα ίσως τον Σελίν. Για πίτσες. Και λίγο μετά, και τους Γκίνσμπεργκ/Μπάροουζ που τον επισκέφτηκαν στο Meudon το ’58 και αυτός κάλεσε την Αστυνομία. Θα ήθελα να τη δω αυτή τη σκηνή. Μετά, θα έφευγαν αυτοί κι εμείς θα τρώγαμε ήρεμα τις πίτσες μας.

Ποιο ήταν το πιο ενδιαφέρον στοιχείο που μάθατε πρόσφατα χάρη στην ανάγνωση ενός βιβλίου;
Την περίπτωση του μαύρου ηθοποιού Πολ Ρόμπσον, που διώχθηκε ως αριστερός ακτιβιστής επί Μακάρθι. Στο «Μεγάλο πουθενά», του Eλροϊ.

Ποιο κλασικό βιβλίο διαβάσατε πρόσφατα για πρώτη φορά;
Τον «Παίχτη», του Ντοστογιέφσκι. Απίστευτη πλάκα.

Και ποιο είναι το βιβλίο που έχετε διαβάσει τις περισσότερες φορές;
Μπορεί να είναι το «Ρώτα τον άνεμο», του Φάντε. Ή «Το κορίτσι με τα χρυσά μάτια», του Μπαλζάκ. Και τα δύο σε βάζουν σε ένα μέρος απ’ το οποίο δεν θα φύγεις ποτέ.

Στο μυθιστόρημά σας η καλοκαιρινή Αθήνα, εν μέσω μιας μεγάλης, διεθνούς καλλιτεχνικής δράσης, είναι το σκηνικό ή μήπως και λίγο πρωταγωνίστρια;
Είναι μια σκύλα που βαριέται να γαβγίσει γιατί κάνει πολλή ζέστη. Στο «Δε λες κουβέντα», την ενοχλούν κάποια εγκληματάκια, η διάλεκτος της σύγχρονης τέχνης, το Airbnb, η κοινωνική διάβρωση των σπλάχνων της, και όπως σιγοκοιμάται γυρίζει να χουζουρέψει απ’ την άλλη. Υπ’ αυτήν την έννοια, είναι σίγουρα πρωταγωνίστρια.

Ο Μιχάλης Κρόκος αγαπάει την πόλη τελικά;
Μάλλον δεν το σκέφτεται έτσι. Είναι ένας ήρωας αναγκασμένος να υπάρξει εκεί, όπως και τόσοι άλλοι. Αλλά κι αυτό αγάπη είναι, μάλλον.

Εχετε Facebook, Twitter κ.τ.λ.; Υπάρχει καθόλου ποίηση εκεί μέσα;
Facebook. Σχετικά πρόσφατα. Δεν συμβαίνει κάτι ιδιαίτερο εκεί μέσα. Και η γραφή, αντιστρέφεται. Παραποιείται. Ορίστε, υπάρχει «παραποίηση», κάνει και ρίμα. (Βέβαια, η ποίηση υπάρχει παντού, ό,τι και να λέμε. Φυτρώνει και στο τσιμέντο. Στις νυχτερινές εφόδους των πιο τελειωμένων τρολ, θα τη βρεις ακριβώς μπροστά σου.)