ΒΙΒΛΙΟ

Εικονίσματα στην ερημιά

mavro-nero_cover_yellow

ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ
Μαύρο νερό
εκδ. Κίχλη, σελ. 78

Σε μια απόκοσμη περιοχή του ηπειρωτικού τοπίου τοποθετεί ο Μιχάλης Μακρόπουλος τους λιγοστούς επιζώντες μιας συντέλειας. Η γη τους νεκρώθηκε εξαιτίας της μόλυνσης του νερού από έργα ανάπλασης, που άφησαν πίσω τους οξειδωμένα συντρίμμια. Καταμεσής του δάσους σάπιζε η αντλία της γεώτρησης, φαγωμένη από τη σκουριά. Παραδίπλα, ένα ξωκλήσι «στεκόταν παράταιρο στην ουλώδη γη πλάι στο χαλύβδινο είδωλο». Παραπέρα βρίσκονταν αραδιασμένα σκουριασμένα φορτηγά και βυτία, «και με τα σπασμένα τους τζάμια, τις γυμνές τους ζάντες, τα ξεκοιλιασμένα τους καθίσματα, ανέπεμπαν δεήσεις στην Αντλία». Τα έμβια απομεινάρια του χωριού ποτίζονταν από τις τελευταίες ρανίδες του τόπου.

Σφαλισμένα σπίτια, γκρεμισμένες στέγες, ραγισμένοι δρόμοι, σκουριασμένοι αγωγοί και δεξαμενές λυμάτων και κατερειπωμένα ξωκλήσια, που βρώμιζαν από ξερά φύλλα, χώματα και περιττώματα, συνθέτουν τη ζοφώδη σκηνογραφία της νουβέλας. Στον φαρμακωμένο βιότοπο πασχίζουν να επιβιώσουν ένας πατέρας και ο ανάπηρος γιος του. Η ζωή του πατέρα είναι η ζωή του γιου, εξ ου και Πατέρας. Ο τελευταίος, κουβαλώντας στην πλάτη τον Χριστόφορο, ένα άχρονο βρέφος, περιδιαβαίνει τη δηλητηριώδη ύπαιθρο αναζητώντας τρόφιμα στα εγκαταλελειμμένα σπίτια. Δεν παρέλειπε να ανάβει ένα κερί στα ξωκλήσια που γιόρταζαν και έπειτα άνοιγε στην τύχη την Αγία Γραφή και, φυλλομετρώντας τις μουχλιασμένες σελίδες, διάβαζε μερικές φράσεις, οι οποίες χάνονταν ανάμεσα στις σκιές που χόρευαν στους τοίχους, «όποτε πνοές στο μισοσκόταδο άρπαζαν τις φλογίτσες των κεριών».

Τα κλειστά σπίτια του χωριού ήταν μνήματα, κατοικημένα από φαντάσματα. Βουβές πόρτες, τυφλά παράθυρα και μέσα σιωπή και κρύο, ερείπωση και μούχλα, σκόνη, σταματημένοι δείχτες στα ρολόγια και φωτογραφίες νεκρών, που «κοιτούσαν με αυστηρότητα, θαμποί πίσω από τζάμια σκονισμένα και ραγισμένα». Στις ντουλάπες «σαπισμένα ρούχα» κρέμονταν «βρώμικα κι αδειανά». Σε σκοτεινές γωνιές τρεμόπαιζαν ίσκιοι, τα σανίδια έτριζαν από ασώματα βήματα. Οι τοίχοι ριγούσαν από τις ανάσες των αφανισμένων. Τις πέτρες των χαλασμάτων ψηλαφούσαν άυλα δάχτυλα. «Οταν με την αφή της μνήμης το χέρι άγγιζε την κρύα πέτρα, τα φαντάσματα τη ζέσταιναν με το νεκρό τους χνότο».

Ο Πατέρας δεν έκανε τον σταυρό του, αλλά ήξερε πως η βασιλεία του Θεού ανήκει στα παιδιά. Δεν ήξερε αν πίστευε, διότι η πίστη του δεν ήταν υπερβατική, αλλά χοϊκή. Σκούπιζε το χώμα από τα ξωκλήσια και εναπόθετε στο χώμα τούς άταφους νεκρούς. Πρωτίστως, όμως, είχε επωμιστεί μέχρις εσχάτων την ευθύνη του Χριστόφορου. Τον τάιζε, τον έπλενε, τον έπαιρνε στην πλάτη του, λύγιζε από το βάρος του, αλλά δεν σωριαζόταν. Η αφοσίωσή του στον γιο του έμοιαζε να εκπορεύεται από έναν ιερό δεσμό, εξίσου δεσμευτικό και για τους δύο. Το επιλογικό «αναγάλλιασμα» του θεόληπτου βρέφους, που δραπετεύει από το άρρωστο σαρκίο μεταρσιωμένο από την ένθεη δύναμη Κενταύρου, υποδηλώνει την εκπλήρωση ενός θαύματος, που ελεεί τόσο τον γιο όσο και τον πατέρα.

Τεχνουργημένα λιτή, δραματική αλλά δίχως εξάρσεις, με συνταρακτική εικονοπλαστική δύναμη, η γραφή του Μακρόπουλου μαγεύει, επαναφέροντας στην αποστραγγισμένη επίγεια επικράτεια την απαντοχή του Θείου. Το αποψιλωμένο τοπίο διαστίζουν ισχνά φεγγοβολήματα, ασθενικές φλόγες που φωτίζουν αλειτούργητα εκκλησάκια και παλιά εικονίσματα.

Οι άγιοι στους τοίχους, βυθισμένοι στο ημίφως, με τις μορφές τους να αναδύονται αχνές κάτω από τα μανουάλια, δεν ήταν μακρινές παρουσίες. «Ηταν τόσο κοντινοί όσο τα φαντάσματα των χωριανών στους άδειους πάγκους της εκκλησίας».

Πατέρας και γιος συγκροτούν ένα εκκλησίασμα, συγκλονισμένο από την αγιότητα που αναγνωρίζουν ο ένας στον άλλο. Μες στην άραχλη, ουλώδη γη φτιάχνουν έναν θύλακο, όπου γιορτάζουν αδιάκοπα τη ζωή που τους δηλητηριάζει.