ΒΙΒΛΙΟ

Λογοτεχνικός φόρος τιμής στον Χένρι Τζέιμς

capture--89

ΤΖΩΝ ΜΠΑΝΒΙΛ
Η κυρία Οσμοντ
μτφρ.: Τόνια Κοβαλένκο
εκδ. Καστανιώτη, σελ. 418

Ο Ιρλανδός αυτός συγγραφέας (1945), βραβευμένος το 2005 με Booker, έχει προ πολλού αποδείξει στο πεδίο των απαιτητικών εμπεδώσεων ότι πράγματι κατέχει όλα τα μυστικά των κειμενικών μεταμφιέσεων. Μάλιστα, ως Μπένζαμιν Μπλακ, εξειδικευμένος στη συγγραφή βιβλίων μυστηρίου και ολίγου τρόμου, μας έδωσε το 2012 ένα μυθιστόρημα που φέρει τον χαρακτηριστικό τίτλο «Εκδίκηση». Και ακριβώς σήμερα πάλι περί άτεγκτης και συστηματικής εκδικήσεως πρόκειται. Αναλαμβάνει να την υλοποιήσει η πλούσια κυρία Ιζαμπελ Οσμοντ, που έχει φτάσει στην πολυπρόσωπη Ευρώπη, προερχόμενη από τη νεαρά, εμφανώς αντιφατική, ακαταστάλακτη ακόμη Βόρεια Αμερική του 19ου αιώνα.

Η ίδια πιστεύει, μεταξύ άλλων, ότι «η ζωή δεν είναι μεταφορά […] δεν είναι ένας δραματικός μονόλογος ή ένα συναρπαστικό νούμερο του τσίρκου. Είναι μια υπόθεση πεζή, που δεν διαδραματίζεται μέσα σε πουδραρισμένο αέρα ή πάνω σε λουστραρισμένα σανίδια, αλλά στην απλή γη, δίχως το μεταμορφωτικό άγγιγμα της τέχνης, δίχως μεγάλες συναισθηματικές κορυφώσεις, με εξαίρεση κάποιες στιγμές, σπάνιες και πολύτιμες, τότε που, μες στο κοινό φως της ημέρας, σπρωγμένοι από μυστηριώδεις δυνάμεις, ανώτερες από εμάς, βλέπουμε αίφνης τον κόσμο μπροστά μας να τυλίγεται από μια ακτινοβολία υπερφυσική». Η δε ορμή των ηθικών της επιλογών διατυπώνεται με υποδειγματική ακρίβεια. Ο κόσμος (της) είναι κοντολογίς το όνειρο της απόλαυσης. Γι’ αυτό άλλωστε «με την προσμονή να ζήσει τέτοιες στιγμές, όσες περισσότερες άντεχε ο οργανισμός της» γεννήθηκε σχεδόν ενάμιση αιώνα πριν στη διεθνή λογοτεχνική σκηνή.

Διαχρονική ηρωίδα

Οπλισμένη με το ανάλογο ηθικό σθένος, με το οποίο την έχει προικίσει ο αδιαμφισβήτητος πατέρας της, δηλαδή ο εμβληματικός Χένρι Τζέιμς (1843-1916), η όντως διαχρονική ηρωίδα μας ακολουθεί κατά γράμμα τις σκηνοθετικές πλέον οδηγίες του Τζων Μπάνβιλ. Εξ ου και η ομολογούμενη επιτυχία του όλου εγχειρήματος.

Αλλωστε την πολύφερνη Ιζαμπελ Οσμοντ «την παρηγορούσε κάπως η σκέψη ότι όλα ανεξαιρέτως τα πράγματα είναι υποχρεωμένα να ιδωθούν ισότιμα sub species aeternitatis».

Από το πρίσμα αυτό, έπεται, και μάλιστα κατά μαθηματική τάξη, ότι όλα τα πράγματα αρχίζουν να της φαίνονται εξαιρετικά απλά, μονοσήμαντα. Αντικείμενα δηλαδή συστηματικής χειραγώγησης: ο καιροσκόπος σύζυγός της, ένας αρχετυπικός άτυχος κυνηγός προίκας, ονόματι Γκίλμπερτ, θα εξοβελιστεί εντέλει στα απορρίμματα μιας θλιβερής καθημερινότητας. Ειδικότερα, η δολοφονία του χαρακτήρα, η λεγόμενη character assassination, καταλαμβάνει δεκαεπτά πυκνογραμμένες σελίδες υποδειγματικού σημασιολογικού εύρους.

Η ηρωίδα μας πέρασε βέβαια διάφορα αναγκαστικά στάδια ωρίμανσης. Συγκρατώ, μεταξύ άλλων, την παροδική περιφορά της γύρω από το κέντρο ενός ανεξερεύνητου ακόμη εαυτού. Εννοώ κυρίως τα εξής: «Ηξερε, βεβαίως, πολύ καλά ότι με τον εαυτό της ήταν που επιθυμούσε κατά βάθος να συνομιλήσει, όμως η φωνή της έβγαινε τόσο σιγανή κι ήταν τόσο αδύναμη η ακοή της, που χρειαζόταν τη διαμεσολάβηση ενός άλλου, ακόμα κι αν αυτός ο άλλος ελάχιστα απείχε από το να της είναι παντελώς άγνωστος».

Η τέχνη του συγγραφέα

Ο Σάμιουελ Μπέκετ, που ήταν δέκα ετών όταν πέθανε ο Χένρι Τζέιμς, ξέρουμε ότι είχε κατά νου «μια τέχνη που δεν μνησικακεί για την ανυπέρβλητη ένδειά της και που είναι πολύ υπερήφανη για τη φαρσοκωμωδία του να δίνει και να παίρνει». Η τέχνη του Τζων Μπάνβιλ συνιστά επιβεβαίωση αυτής ακριβώς της δεύτερης προοπτικής. Εν ολίγοις: το βιβλίο του είναι ένας άλλος (ημι)Χένρι Τζέιμς, ο οποίος ουδόλως διστάζει να υπαγορεύσει τη συνέχεια του σημαδιακού εκείνου μυθιστορήματος με τίτλο «Το πορτρέτο μιας κυρίας», που έγραψε ο κάποτε υπάρξας Χένρι Τζέιμς. Ο καθόλα αληθινός.

Από το παιχνίδι αυτό βγαίνει πρωτίστως κερδισμένος ο πανούργος, ο γονιδιακά πρωτεϊκός Ιρλανδός δημιουργός του υπερευρυγώνιου λόγου. Οι φράσεις του συνιστούν όντως αμείωτο γλέντι σημασιών. Εστω εξ όνυχος τα εξής χωρία: «Σαν φίλεργο κοτσύφι, [η κόμισσα Τζέμινι] χοροπηδούσε εδώ κι εκεί στα χαμόκλαδα της κοινωνίας, παραμερίζοντας πεσμένα κλαράκια και ραμφίζοντας νεκρά φύλλα –αρκετά απ’ τα οποία ήταν πεσμένα φύλλα συκής– για να σκαλίσει το γόνιμο μαυρόχωμα από κάτω και να τσιμπολογήσει όποια βρώσιμη μπουκιά μπορεί να κρυβόταν εκεί». Και: «Πριν καλά-καλά διερωτηθεί, η απάντηση ήρθε πετώντας με την άγρια σβελτάδα του γλάρου που χυμάει στη λεία του». Η καθόλα έμπειρη μεταφράστρια απέδωσε με εμφανή άνεση κι άλλη τόση συνέπεια τόσο το πνεύμα, όσο και το γράμμα του πρωτοτύπου.