ΒΙΒΛΙΟ

Πάρτι με ποίηση, και όποιος αντέξει

exofillo-dj

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΨΑΛΗΣ,
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΡΟΠΟΥΛΗΣ
D.J., tracks 1-61. Σύντομη ιστορία
του λυρισμού – Παραγωγή
και διάταξη κειμένων
εκδ. Sestina, σελ. 79

Ο Διονύσης Καψάλης (γενν. 1952) και ο Γιώργος Κοροπούλης (γενν. 1960), ποιητές καταξιωμένοι, ιδιαίτερα γνωστοί για τη δεξιοτεχνία τους, υπηρετούν τις παραδοσιακές ποιητικές φόρμες με φυσικότητα και μεταδοτικό πάθος. Με αυτά ακριβώς τα στοιχεία σκηνοθετούν το υπό συζήτηση βιβλίο, που η πρώτη έκδοσή του ήταν η φιάλη σαμπάνιας για τον παρθενικό απόπλου των εκδόσεων Σεστίνα (2014). Στη δεύτερη έκδοση έχουν αφαιρεθεί τέσσερα ποιήματα και προστεθεί ακόμη είκοσι, ώστε ο συνολικός αριθμός των μεταφρασμένων από τους δύο συνοδοιπόρους ποιημάτων να φτάνει τα 61.

Ο προκλητικός τίτλος «D.J.» με υπότιτλους «Tracks 1-61» και, ακόμη πιο κάτω, «Σύντομη ιστορία του λυρισμού», επιβάλλει στον αναγνώστη μια συγκεκριμένη ατμόσφαιρα. Τα εκτεινόμενα από τον Ρωμαίο Οράτιο μέχρι τον Βρετανό Λάρκιν ποιήματα δεν προτείνονται, βέβαια, ως κάποιου είδους συστηματική ανθολόγηση. Οργανώνουν, μάλλον, ένα ποιητικό πάρτι στο οποίο μας καλούν να συμμετάσχουμε. Στο πάρτι αυτό, οι δύο ποιητές «παίζουν» συγκεκριμένα «κομμάτια» σαν να πρόκειται για μια ψηφιακή μουσική λίστα αναπαραγωγής (playlist). Στον πυρήνα αυτής της δελεαστικής πρόσκλησης δικαιούμαστε να ανιχνεύσουμε την κατά Μποντλέρ πρόσκληση: «Μεθύστε, με κρασί, με ποίηση ή με αρετή, όπως σας αρέσει. Αλλά μεθύστε». Αλλωστε, τα tracks 27-31 (στη μέση λοιπόν της συλλογής, που ακολουθεί χρονολογική σειρά, με βάση τη βιογραφία των ποιητών) καταλαμβάνονται από πέντε μποντλερικά ποιήματα, το πρώτο μεταφρασμένο από τον Κοροπούλη, τα άλλα τέσσερα από τον Καψάλη.

Το πλαίσιο της ανθολόγησης (της playlist!) εύκολα ανιχνεύεται με τη βοήθεια του πρώτου και του τελευταίου ποιήματος, και τα δύο μεταφρασμένα από τον Καψάλη (Οράτιος, Carmina, LXV – Λάρκιν, High Windows – ας σημειωθεί εδώ ότι όλοι οι τίτλοι παραμένουν αμετάφραστοι ενώ οι ρωσικοί, ανάμεσά τους, στα ποιήματα της Τσβετάγεβα και της Αχμάτοβα, που αποδίδει στα ελληνικά ο Κοροπούλης, υποσημειώνονται και στα ελληνικά). Πάνω στον άξονα του χρόνου, που μας κατεβάζει στον τάφο αναφλέγεται, στην τομή του με τον άξονα της ζωής, ο έρωτας. Το ποιητικό εγώ στον Οράτιο εκφωνεί το διάσημο «δρέψε τη μέρα», απευθυνόμενο στη Λευκονόη· στον Λάρκιν, αναπολεί τον νεαρό εαυτό, στη θέα δυο εραστών, που τους φαντάζομαι εφήβους: «Οταν καμιά φορά κοιτώ δυο νέα παιδιά,/ που εκείνος μάλλον την πηδάει κι εκείνη βάζει/ διάφραγμα ή παίρνει αντισυλληπτικά,/ λέω, να ο παράδεισος…». Και παρακάτω: «Κι αναρωτιέμαι αν υπήρξε άνθρωπος/ που εμένα βλέποντας, σαράντα χρόνια πριν,/ σκέφτηκε, να ο βίος ο ανθόσπαρτος». Αλλά και τα ποιήματα των δύο Ελλήνων ποιητών –τα μόνα άλλωστε ελληνικά ποιήματα, αφού η playlist αποτελείται αποκλειστικά από μεταφράσεις (σύντομη, άρα, ιστορία του δυτικού λυρισμού;)– που κοσμούν το «αυτί» του εξώφυλλου και του οπισθόφυλλου αντίστοιχα, είναι απολύτως συντονισμένα στο κλίμα αυτό: «…Κανείς δεν είναι/ τώρα που γέρνω, να με πάει/ στο σπίτι, να μου πει: εδώ μείνε/ και μη φοβάσαι που έχει αδειάσει/ πια το ποτήρι σου – έχεις φτάσει», γράφει ο Γιώργος Κοροπούλης στο Sonetto και ο Διονύσης Καψάλης ανταποκρίνεται «Σαν παραμύθι»: «Μια μουσική διασχίζει το κενό,/ φεύγουν τα χρόνια, φεύγουν τρομαγμένα, και πάλι αυτή την άνοιξη γερνώ,/ η μέρα αυτή δεν καίγεται για μένα».

Τα περισσότερα ποιήματα αυτής της «παραγωγής» τραγουδούν το εφήμερο της ερωτικής απόλαυσης και της ύπαρξης. Αλλά υπάρχουν και ποιήματα με διαφορετικό περιεχόμενο, όπως το εμβληματικό ποίημα της Εμιλι Ντίκινσον (αρ. 466) που μεταφράζει ο Καψάλης, ένα πανηγυρικό εγκώμιο της ποίησης και των αναγνωστών της: «Σπίτι μου η πιθανότητα,/ πιο όμορφο απ’ την πρόζα […] «Πανέμορφοι οι επισκέπτες του».