ΒΙΒΛΙΟ

Η Εμμα Μποβαρύ και το lockdown

27sel11gnn

Το πρώτο σύμπτωμα των ημερών, ανορεξία και δυσθυμία μαζί. Το έκρυψες, φυσικά, στις «δημόσιες παρεμβάσεις» και έχοντας πάντα κατά νου και την ιδιότητα του πανεπιστημιακού δασκάλου. Απ’ την αρχή κάτι εμποδίζει τον χρόνο να γίνει πραγματικά διαθέσιμος και ας μοιάζει, σε σχέση με το πριν, «άπλετος». Προφανώς το διάβασμα ενός μυθιστορήματος έχει κι αυτό προϋποθέσεις. Δεν υπακούει σε άνωθεν υπαγορεύσεις ούτε στις υποδείξεις για δημιουργική αξιοποίηση του σπιτικού χρόνου, όπως αυτές που μας κατακλύζουν εδώ και λίγες μέρες.

Στην αρχή πίστεψα ότι μπορώ να διαβάζω ευκολότερα στοχασμούς και θεωρία παρά «καθαρή λογοτεχνία». Ενώ θα έλεγε κανείς πως η αλλοίωση της ρουτίνας προς το στενάχωρο θα ευνοούσε μια κουλτούρα απόδρασης, ένας άλλος μηχανισμός φάνηκε να δυσκολεύει την άφεση σε ένα μυθιστόρημα ή σε μια συλλογή διηγημάτων. Ισως εδώ μεσολαβεί μια ενοχή, μια ηθική αυτολογοκρισία. Σαν να λες στον εαυτό σου, μα τι πας να κάνεις, εδώ ο κόσμος καίγεται κι εσύ μυθοπλασίες; Ενδεχομένως εδώ να επιβιώνει –ακόμη και σε όσους γράφουμε– εκείνη η αρχαία προκατάληψη για τη λογοτεχνία ως τάχα υπεκφυγή και παραγνώριση των πραγματικών όρων της ζωής.

Λίγες ημέρες αφότου άρχισε ο αυτοπεριορισμός στο σπίτι, έπιασα παρ’ όλα αυτά στα χέρια μου τη Μαντάμ Μποβαρύ στην έκδοση της λευκής σειράς του Εξάντα. Με έναν παράδοξο τρόπο, ο συγγραφέας που έζησε μια δική του μανιακή, συγγραφική καραντίνα αναζητώντας την τέλεια λέξη, πάει να γίνει προσωπική καταφυγή αυτών των ημερών. Λίγο πρωτύτερα ξεκίνησα τη «Σώσα» του Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ, αλλά μέχρι τώρα κερδίζει στα σημεία η παλιά, καλή Μποβαρύ. Αυτές τις τελευταίες μέρες ιδίως. Λίγες σελίδες κάθε απόγευμα με την Εμμα, τον οπαδό της επιστήμης και τοπικό μηχανορράφο φαρμακοποιό Ομέ, τον απατημένο γιατρό Σαρλ Μποβαρύ και όλο το πλέγμα των σχέσεων μιας γαλλικής επαρχίας στα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα.

i-emma-mpovary-kai-to-lockdown0
Το μυθιστόρημα του Γκυστάβ Φλωμπέρ «Μαντάμ Μποβαρύ» στην κλασική έκδοση του Εξάντα.

Διαβάζω, λοιπόν, για τη ζωή μιας μικροαστής που ονειρεύτηκε να απαλλαγεί από τους «πνιγηρούς μικροαστούς» έχοντας την αυταπάτη της υπέρβασης του συμβατικού χρόνου μέσα από τον έρωτα. Οταν όμως μπαίνεις στον κόσμο του Φλωμπέρ –ή κάποιου άλλου μέγιστου συγγραφέα– δεν συναντάς κατά βάση ιδέες αλλά έναν δεύτερο αυτάρκη κόσμο, όπου ιδέες, πάθη και ανεπαίσθητοι συναισθηματικοί παφλασμοί των ηρώων συμπλέκονται στην αφήγηση.

Συγκινήθηκα ξανά φτάνοντας στη σκηνή του αργού θανάτου της Εμμας. Οπως πριν από δύο χρόνια είχα κλάψει σε μια άλλη πολυσέλιδη σκηνή εκδημίας, στον «Στόουνερ» του Τζον Γουίλιαμς.

«Οταν πεθάνει κάποιος, πάντα ακολουθεί κάτι σαν κατάπληξη, τόσο δύσκολο είναι να καταλάβουμε την επέλευση αυτού του μηδενός και να την παραδεχτούμε», γράφει ο αφηγητής αμέσως μετά το σπαραχτικό τέλος της ηρωίδας.

Τις προάλλες, παρακολούθησα κι εγώ το σκληρό ρεπορτάζ με τον Ελληνα γιατρό από ένα νοσοκομείο του Μπέργκαμο, της πόλης της Λομβαρδίας με τα πολλά θύματα του COVID-19. Κρεβάτια στη σειρά, φασκιωμένοι στα λευκά με τις μάσκες και τα ειδικά γυαλιά γιατροί και στο πλάνο, το εναγώνιο βλέμμα μιας νοσηλεύτριας που δεν φοράει γυαλιά και το κάλυμμα στο κεφάλι.

Δύσκολα επιστρέφει κανείς σε ένα μυθιστόρημα μετά από τέτοιες συναντήσεις με το πραγματικό δεινό. Γιατί ξέρουμε πως η γραφή και η ανάγνωση θέλουν κάποιες αποστάσεις από την ωμή κατωφέρεια της ζωής, από τις μεγάλες χαρές ή από τις συντριπτικές λύπες. Η λογοτεχνία τρέφεται από τη χωνεμένη όχι από τη ζεστή, ακόμη, Ιστορία.

Αντίδοτο στον πανικό

Σκέφτομαι όμως πως, αν δεν θέλουμε να γίνουμε δούλοι των γεγονότων και απλά αθύρματα του πανικού, είναι καλό αντίδοτο αυτή η συνάντηση με τα σημαντικά, τα παραδειγματικά κείμενα που έχουν κατασκευάσει μια δική τους οικουμένη. Με κάποιο τρόπο, εξάλλου, στις μέρες της σχετικής κανονικότητας είχαμε την τάση να υποτιμάμε την παρηγορητική λειτουργία της λογοτεχνίας. Ενώ έχουμε από καιρό συμφιλιωθεί με τις παραμυθίες της ποπ κουλτούρας και του Netflix, παραμένει πάντα μια υποψία για την ψυχαγωγική, στην κυριολεξία, διάσταση των «μεγάλων βιβλίων». Συχνά περιφρονούμε την παραμυθία σαν να πρόκειται για αποπαίδια μιας «λαϊκής» αντίληψης περί τέχνης. Οσο περνούν οι μέρες όμως και πάει να οργανωθεί πιο αυστηρή η νέα καθημερινότητα των «κοινωνικών αποστάσεων», εγώ νιώθω πως έχω περισσότερη ανάγκη αυτή την ιδιαίτερη μορφή παραμυθίας. Την έχω ανάγκη γιατί είναι το αντίθετο του ιδεολογικού παραμυθιάσματος, της φανατισμένης παντογνωσίας και της εχθροπάθειας που αναζωπυρώνονται και εν μέσω COVID-19.

Θα μπορούσα φυσικά να διαλέξω άλλες, παλιές αγάπες, κάτι πιο ομοιοπαθητικό, ας πούμε, όπως ο Κάφκα ή η «Πανούκλα» του Καμύ. Γίνονται, λέει, επιτυχίες τώρα όλες οι διάσημες αφηγήσεις με φόντο πανδημικές καταστροφές όπως οι αλληγορίες της μόλυνσης σε έναν κόσμο που ψάχνει σωτηρία. Δεν πήγα όμως προς τα εκεί. Η επιδημιολογία της καθημερινότητας αρκεί και περισσεύει.

«Υπάρχουν τουλάχιστον μέρη για περίπατο εδώ γύρω», ρωτάει κάποια στιγμή η Eμμα Μποβαρύ τον μέλλοντα εραστή της, τον νεαρό Λεόν. Περνάει σαν σφήνα ο πειρασμός μέσα μου να της απαντήσω: Κυρία μου, εδώ είμαστε, πια, σε lockdown. Τέρμα οι περίπατοι, λοιπόν, εκτός από την απερίφραχτη ζωή ενός βιβλίου που το επισκέπτεσαι ξανά, γιατί το ίδιο, εντέλει, σε προσκάλεσε: κόσμος που χωράει σε μια καρέκλα, σε ένα δωμάτιο, σε ένα μπαλκόνι.

​​​​​* Ο κ. Νικόλας Σεβαστάκης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ, δοκιμιογράφος και πεζογράφος. Το τελευταίο του βιβλίο, το μυθιστόρημα «Ανθρωπος στη σκιά», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις.