ΒΙΒΛΙΟ

Οι Λύκοι του Στάνισλαβ

gkkt_04_1904_page_1_image_0003

Το αφήγημα του Αμερικανού συγγραφέα Πολ Οστερ, που ακολουθεί, δημοσιεύθηκε στον διαδικτυακό τόπο Literary Hub στις 2 Απριλίου του 2020 και αναδημοσιεύεται αποκλειστικά στην «Κ», με την άδεια του συγγραφέα, σε μετάφραση της Μαρίας Ξυλούρη.

Πρέπει ένα περιστατικό να είναι αληθινό για να γίνει αποδεκτό ως αληθινό, ή η πίστη στην αλήθεια ενός περιστατικού το κάνει από μόνη της αληθινό, ακόμα κι αν αυτό που υποτίθεται ότι συνέβη δεν συνέβη; Και αν, παρά τις προσπάθειές σου να διαπιστώσεις αν το περιστατικό έλαβε χώρα ή όχι, βρεθείς σε μια αδιέξοδη αβεβαιότητα και δεν μπορείς να είσαι σίγουρος ότι η ιστορία που σου είπε κάποιος στη βεράντα ενός καφέ στην πόλη του Ιβάνο-Φρανκίβσκ στη δυτική Ουκρανία προήλθε από ένα ελάχιστα γνωστό αλλά επαληθεύσιμο ιστορικό γεγονός ή ήταν μύθος ή κομπασμός ή μια αβάσιμη φήμη που πέρασε από πατέρα σε γιο; Ακόμα σημαντικότερο: Αν η ιστορία αποδειχθεί τόσο εκπληκτική και τόσο δυνατή που μείνεις με το στόμα ανοιχτό από την κατάπληξη και νιώσεις ότι άλλαξε ή βελτίωσε ή βάθυνε την αντίληψή σου για τον κόσμο, έχει σημασία αν είναι ή δεν είναι αληθινή;

Οι περιστάσεις με πήγαν στην Ουκρανία τον Σεπτέμβριο του 2017. Είχα δουλειά στο Λβιβ, αλλά εκμεταλλεύθηκα μια ελεύθερη μέρα για να κάνω δρόμο δύο ωρών προς τον νότο και να περάσω το απόγευμα στο Ιβάνο-Φρανκίβσκ, όπου είχε γεννηθεί κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 1880 ο παππούς μου από τη μεριά του πατέρα μου. Δεν υπήρχε λόγος να πάω εκεί πέραν της περιέργειας, ή αυτού που θα αποκαλούσα θέλγητρο μιας πλαστής νοσταλγίας, καθώς η αλήθεια είναι πως δεν γνώρισα ποτέ τον παππού μου και εξακολουθώ να μη γνωρίζω σχεδόν τίποτα γι’ αυτόν. Πέθανε είκοσι οκτώ χρόνια πριν γεννηθώ, ένας ίσκιος από το άγραφο, λησμονημένο παρελθόν, και ήδη καθώς πήγαινα στην πόλη απ’ όπου είχε φύγει στα τέλη του δέκατου ένατου ή στις αρχές του εικοστού αιώνα, αντιλαμβανόμουν ότι ο τόπος όπου είχε περάσει τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια δεν ήταν πια ο τόπος όπου θα περνούσα το απόγευμα.

Και πάλι, ήθελα να πάω εκεί, και καθώς το θυμάμαι και συλλoγίζομαι τους λόγους που ήθελα να πάω, ίσως κατά βάθος να συνοψίζονται σε ένα και μόνο επαληθεύσιμο δεδομένο: το ταξίδι θα με πήγαινε στις αιματοβαμμένες εκτάσεις της Ανατολικής Ευρώπης, την κεντρική ζώνη τρόμου στο σφαγείο του εικοστού αιώνα, και αν ο ίσκιος που ήταν υπεύθυνος για το όνομά μου δεν είχε φύγει από εκείνη τη μεριά του κόσμου όταν έφυγε, δεν θα είχα ποτέ γεννηθεί.

Ο,τι ήδη ήξερα πριν από την άφιξή μου ήταν πως πριν γίνει Ιβάνο-Φρανκίβσκ το 1962 (προς τιμήν του Ουκρανού ποιητή Ιβάν Φράνκο) η πόλη των τετρακοσίων χρόνων ήταν ποικιλοτρόπως γνωστή ως Στανισλάβουφ, Στανισλάου, Στανισλάβιβ, και Στάνισλαβ, αναλόγως του αν βρισκόταν υπό πολωνικό, γερμανικό, ουκρανικό ή σοβιετικό έλεγχο. Μια πόλη πολωνική είχε γίνει πόλη αψβουργική, μια πόλη αψβουργική είχε γίνει πόλη αυστρο-ουγγρική, μια πόλη αυστρο-ουγγρική είχε γίνει πόλη ρωσική στα πρώτα δύο χρόνια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, έπειτα πόλη αυστρο-ουγγρική, έπειτα πόλη ουκρανική για ένα σύντομο διάστημα μετά τον πόλεμο, έπειτα πόλη πολωνική, έπειτα πόλη σοβιετική (από τον Σεπτέμβριο του 1939 έως τον Ιούλιο του 1941), έπειτα πόλη υπό γερμανικό έλεγχο (έως τον Ιούλιο του 1944), έπειτα πόλη σοβιετική, και τώρα, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης το 1991, πόλη ουκρανική. Την εποχή που γεννήθηκε ο παππούς μου, ο πληθυσμός ήταν 18.000, και το 1900 (κατά προσέγγιση η χρονιά της αναχώρησής του) ζούσαν 26.000 άνθρωποι εκεί, πάνω από τους μισούς εξ αυτών Εβραίοι. Τον καιρό της επίσκεψής μου, ο πληθυσμός είχε φτάσει τις 230.000, κατά τα χρόνια της ναζιστικής κατοχής όμως ο αριθμός ήταν κάπου ανάμεσα στις ογδόντα και ενενήντα πέντε χιλιάδες, οι μισοί Εβραίοι, οι μισοί όχι, και αυτό που ήδη ήξερα εδώ και αρκετές δεκαετίες είναι ότι μετά τη γερμανική εισβολή το καλοκαίρι του 1941, δέκα χιλιάδες Εβραίους τους μάζεψαν και τους τουφέκισαν στο εβραϊκό κοιμητήριο εκείνο το φθινόπωρο και τον Δεκέμβριο τους εναπομείναντες Εβραίους τους μάντρωσαν σ’ ένα γκέτο, από το οποίο άλλους δέκα χιλιάδες Εβραίους τους μετέφεραν στο στρατόπεδο εξόντωσης του Μπέουζετς στην Πολωνία, κι έπειτα, κατά το 1942 και στις αρχές του 1943, οι Γερμανοί είχαν αναγκάσει τους επιζώντες Εβραίους του Στάνισλαου να πεζοπορήσουν, ένας ένας και πέντε πέντε και είκοσι είκοσι, μέχρι τα δάση γύρω από την πόλη και τους τουφέκιζαν και τους τουφέκιζαν και τους τουφέκιζαν ώσπου δεν είχαν απομείνει Εβραίοι – δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι φονεμένοι με μια σφαίρα στο πίσω μέρος του κεφαλιού κι έπειτα θαμμένοι στους λάκκους που είχαν σκάψει οι φονεμένοι πριν σκοτωθούν.

Μια καλή γυναίκα που είχα γνωρίσει στο Λβιβ ανέλαβε να μου οργανώσει το ταξίδι, και επειδή είχε γεννηθεί και μεγαλώσει στο Ιβάνο-Φρανκίβσκ και ακόμα ζούσε εκεί, ήξερε πού να πάω και τι να δω και μάλιστα έκανε και τον κόπο να επιστρατεύσει κάποιον για να μας πάει ώς εκεί με το αυτοκίνητο. Ενας νεαρός παράφρονας χωρίς φόβο θανάτου, ο οδηγός έτρεχε στον στενό αυτοκινητόδρομο των δύο λωρίδων λες και περνούσε από οντισιόν για κασκαντέρ σε ταινία με αγωνιστικά αυτοκίνητα, ρισκάροντας υπέρμετρα για να προσπεράσει κάθε προπορευόμενο αυτοκίνητο, στρίβοντας ήρεμα κι απότομα στην αντίθετη λωρίδα ενώ αυτοκίνητα χυμούσαν πάνω μας από την άλλη κατεύθυνση, και πολλές φορές κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μου πέρασε από το μυαλό ότι αυτό το μουντό, συννεφιασμένο απόγευμα της πρώτης μέρας του φθινοπώρου του 2017 θα ήταν το στερνό μου, και τι ειρωνεία, μονολόγησα, και ωστόσο τρομακτικά ταιριαστή, να έχω κάνει τόσο δρόμο για να επισκεφθώ την πόλη απ’ όπου είχε φύγει ο παππούς μου πάνω από εκατό χρόνια πριν μόνο και μόνο για να πεθάνω χωρίς να τη φτάσω.

Ευτυχώς, η κίνηση ήταν αραιή, ένα μείγμα αυτοκινήτων που πήγαιναν γρήγορα και φορτηγών που πήγαιναν αργά και, κάποια στιγμή, μιας ιππήλατης άμαξας φορτωμένης ένα τεράστιο βουνό άχυρα, που πήγαινε στο ένα δέκατο της ταχύτητας των αργών φορτηγών. Εύσωμες χοντροπόδαρες γυναίκες με κεφαλομάντιλα περπατούσαν βαριά στην άκρη του δρόμου φορτωμένες πλαστικές σακούλες γεμάτες ψώνια. Χωρίς τις πλαστικές σακούλες, θα μπορούσαν να είναι φιγούρες από διακόσια χρόνια πριν, Ανατολικοευρωπαίες χωρικές παγιδευμένες σε ένα παρελθόν τόσο παλιό που είχε επιζήσει έως τον εικοστό πρώτο αιώνα. Περάσαμε από τα περίχωρα καμιάς δεκαριάς χωριών, ενώ μεγάλα, πρόσφατα θερισμένα χωράφια απλώνονταν και στις δύο πλευρές, τότε όμως, γύρω στα δύο τρίτα της διαδρομής, το αγροτικό τοπίο μετατράπηκε σε βιομηχανικό ερημότοπο, με πιο θεαματικό παράδειγμα τον πελώριο ηλεκτροπαραγωγικό σταθμό που ξαφνικά υψώθηκε στα αριστερά μας.

Αν δεν έχω θαλασσώσει τα όσα μου είπε η καλή γυναίκα στο αυτοκίνητο, αυτή η μονολιθική εγκατάσταση παρέχει στη Γερμανία και άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες το μεγαλύτερο μέρος της ηλεκτρικής τους ενέργειας.

Τέτοιες είναι οι αντιφατικές αλήθειες αυτού του κράτους-αναχώματος πλάτους οκτακοσίων μιλίων, του παγιδευμένου στις αιματοβαμμένες εκτάσεις ανάμεσα στην Ανατολή και στη Δύση, διότι ενώ η Ουκρανία παρέχει στη μία πλευρά τον ηλεκτρισμό που ανάβει τα φώτα και κρατάει τα πράγματα σε λειτουργία, στην άλλη πλευρά συνεχίζει να χύνει αίμα για να υπερασπιστεί την συρρικνούμενη, εμπόλεμη επικράτειά της.

Τα σύννεφα είχαν διαλυθεί μόλις λίγα λεπτά πριν φτάσουμε εκεί, και με τον ήλιο να λάμπει και πλήθος ανθρώπων να σουλατσάρουν στους δρόμους και τις πλατείες, εντυπωσιάστηκα από την καθαριότητα και την τάξη, όχι κάποια επαρχιακή εξορία κολλημένη στο παρελθόν αλλά μια μικρή σύγχρονη πόλη με βιβλιοπωλεία, θέατρα, εστιατόρια, και μια ευχάριστη μείξη νέας και παλιάς αρχιτεκτονικής, με την παλιά να έχει επιβιώσει στα κτίρια και τις εκκλησίες του δέκατου έβδομου και δέκατου όγδοου αιώνα που είχαν χτίσει οι Πολωνοί ιδρυτές και οι Αψβούργοι κατακτητές τους.

Θα μου έφτανε να περιπλανηθώ για δυο τρεις ώρες και μετά να γυρίσω πίσω, αλλά η καλή γυναίκα που είχε ενορχηστρώσει την επίσκεψη καταλάβαινε ότι το κίνητρό μου για να πάω εκεί είχε σχέση με τον παππού μου, και επειδή ο παππούς μου ήταν Εβραίος, σκέφτηκε ότι ίσως μου ήταν χρήσιμο να μιλήσω με τον μοναδικό ραβίνο που είχε μείνει στην πόλη, τον πνευματικό ηγέτη της τελευταίας εναπομείνασας συναγωγής του Ιβάνο-Φρανκίβσκ – που αποδείχθηκε ένα στέρεο, ωραία σχεδιασμένο κτίριο των πρώτων χρόνων του εικοστού αιώνα το οποίο με κάποιο τρόπο είχε καταφέρει να βγάλει τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο με μικροζημιές μονάχα, όλες προ πολλού επισκευασμένες. Δεν καλοξέρω τι σκεφτόμουν, δεν είχα όμως αντίρρηση να μιλήσω με τον ραβίνο, μια και μάλλον ήταν ο μοναδικός ζωντανός άνθρωπος σε όλο τον κόσμο που ίσως –ίσως– να μπορούσε να μου πει κάτι για την οικογένειά μου, αυτή την ανώνυμη ορδή αόρατων προγόνων που είχαν σκορπίσει και πεθάνει και συνακόλουθα χαθεί από την επικράτεια του δυνητικά γνωστού, διότι ήταν σχεδόν βέβαιο ότι τα αρχεία γεννήσεώς τους είχαν καταστραφεί από βόμβα ή φωτιά ή υπογραφή κανενός υπερενθουσιώδους γραφειοκράτη κάποια στιγμή στα τελευταία εκατό χρόνια. Η συνομιλία με τον ραβίνο θα ήταν μια ανώφελη υπόθεση, καταλάβαινα, παραπροϊόν της πλαστής νοσταλγίας που με είχε φέρει στην πόλη από μιας αρχής, ωστόσο να ’μαι, για εκείνη τη μέρα μονάχα, δίχως σκοπό να ξαναγυρίσω ποτέ, και πού το κακό αν έκανα μερικές ερωτήσεις για να δω αν κάποια από αυτές μπορούσε να απαντηθεί;


Ο Πολ Οστερ, από το ησυχαστήριό του στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης, σε συνθήκες απομόνωσης λόγω της πανδημίας, ανατρέχει σε ένα άτυπο «προσκύνημά» του στον γενέθλιο τόπο του παππού του, στην Ουκρανία, σε εποχές σκοτεινές, βίαιες.

Απαντήσεις δεν υπήρχαν. Ο γενειοφόρος ορθόδοξος ραβίνος μας καλωσόρισε στο γραφείο του, πέρα όμως από το να μου πει ό,τι ήδη ήξερα –ότι το επώνυμο Οστερ ήταν συνηθισμένο στους Εβραίους του Στάνισλαβ και πουθενά αλλού– κι έπειτα να κάνει μια σύντομη παρένθεση με μια ιστορία από τον πόλεμο για κάποια Οστερ που είχε καταφέρει να ξεφύγει από τους Γερμανούς κρυμμένη σε μια τρύπα για τρία χρόνια και έπειτα από εκείνα τα τρία χρόνια είχε βγει από την τρύπα φρενοβλαβής, τρελή για όλη την υπόλοιπη ζωή της, δεν είχε πληροφορίες να μου δώσει. Τύπος υπερδραστήριος, νευρικός, που κάπνιζε μανιωδώς υπέρλεπτα τσιγάρα καθ’ όλη τη συζήτησή μας, σβήνοντάς τα μόλις μετά λίγες τζούρες κι έπειτα βγάζοντας καινούργια από μια πλαστική σακούλα στο γραφείο του, δεν ήταν ούτε φιλικός ούτε εχθρικός, απλώς αφηρημένος, ένας άνθρωπος που είχε άλλα πράγματα στο μυαλό του και, απ’ όσο καταλάβαινα, παραήταν απασχολημένος με τις δικές του έγνοιες για να δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον Αμερικανό επισκέπτη του ή για τη γυναίκα που είχε κανονίσει τη συνάντηση.

Σύμφωνα με τις περισσότερες εκτιμήσεις, στο Ιβάνο-Φρανκίβσκ δεν ζουν σήμερα πάνω από διακόσιοι ή τριακόσιοι Εβραίοι. Δεν είναι ξεκάθαρο πόσοι από αυτούς είναι πιστοί στη θρησκεία τους ή πηγαίνουν στη συναγωγή, απ’ ό,τι όμως είχα δει μια ώρα πριν συναντήσω τον ραβίνο, φαινόταν πως δεν συμμετείχε παρά ένα μικρό τμήμα αυτού του μειωμένου αριθμού. Από σύμπτωση, η επίσκεψή μου έτυχε να συμπέσει με το Ρος Ασανά [Εβραϊκή Πρωτοχρονιά], μία από τις πιο ιερές μέρες στο λειτουργικό ημερολόγιο, και μονάχα δεκαπέντε άνθρωποι βρίσκονταν στο ιερό για να ακούσουν το Σοφάρ [κέρατο κριαριού] που αναγγέλλει τον καινούργιο χρόνο, δεκατρείς άντρες και δύο γυναίκες. Σε αντίθεση με τους ομολόγους τους στη Δυτική Ευρώπη και στην Αμερική σε τέτοιες περιπτώσεις, οι άνδρες δεν φορούσαν σκούρα κουστούμια και γραβάτες αλλά αντιανεμικά από νάιλον, και τα κεφάλια τους ήταν καλυμμένα με κόκκινα και κίτρινα καπέλα του μπέιζμπολ.

Ξαναβγήκαμε έξω και περιπλανηθήκαμε για μια, μιάμιση ώρα, ίσως και παραπάνω. Η καλή γυναίκα είχε κανονίσει να μιλήσω στις τέσσερις η ώρα με έναν ακόμα άνθρωπο, έναν ποιητή από το Ιβάνο-Φρανκίβσκ που όπως φαινόταν είχε περάσει χρόνια μελετώντας την ιστορία της πόλης, προς το παρόν όμως είχαμε καιρό να εξερευνήσουμε κάποια από τα μέρη που δεν είχαμε δει νωρίτερα, κι έτσι συνεχίσαμε τα σουλάτσα μας ώσπου καλύψαμε ένα μεγάλο μέρος της πόλης. Ο ήλιος πια έκαιγε, και μέσα σε εκείνο το όμορφο σεπτεμβριάτικο φως καταλήξαμε σε μια μεγάλη, ανοιχτή πλατεία και βρεθήκαμε να στεκόμαστε μπροστά στον Ναό της Αναστάσεως, έναν μπαρόκ καθεδρικό του δέκατου όγδοου αιώνα ο οποίος θεωρείται το πιο όμορφο οικοδόμημα των Αψβούργων από τον καιρό που το Ιβάνο-Φρανκίβσκ ήταν γνωστό ως Στανισλάου. Οπως ίσχυε με άλλες όμορφες εκκλησίες και καθεδρικούς που είχα επισκεφθεί σε μικρές και μεγάλες δυτικοευρωπαϊκές πόλεις, υπέθεσα ότι θα ήταν σχεδόν άδεια όταν μπήκαμε μέσα, εκτός από τίποτα τυχαίους τουρίστες με τις φωτογραφικές τους μηχανές. Εκανα λάθος.

Εδώ δεν ήταν Δυτική Ευρώπη, στο κάτω κάτω, ήταν το δυτικότερο άκρο αυτού που άλλοτε ήταν Σοβιετική Ενωση, μια πόλη στην περιοχή της Γαλικίας στο ανατολικότερο άκρο της πάλαι ποτέ αυστρο-ουγγρικής αυτοκρατορίας, και η εκκλησία, που δεν ήταν ρωμαιοκαθολική ή ρωσο-ορθόδοξη αλλά ελληνοκαθολική, ήταν σχεδόν γεμάτη κόσμο, όχι τουρίστες ή μελετητές της μπαρόκ αρχιτεκτονικής αλλά ντόπιους που είχαν έρθει να προσευχηθούν ή να σκεφθούν ή να μιλήσουν με τον εαυτό τους ή τον Παντοδύναμο σ’ εκείνο τον πελώριο πέτρινο χώρο με το σεπτεμβριάτικο φως να ξεχύνεται από τα βιτρό στα παράθυρα. Πρέπει να ήταν εκατό άνθρωποι, ίσως και διακόσιοι, κι αυτό που μου έκανε περισσότερη εντύπωση σ’ εκείνο το μεγάλο, βουβό πλήθος ήταν που είχε τόσους νέους, στα γεμάτα οι μισοί του συνολικού αριθμού, εικοσάρηδες άνδρες και γυναίκες καθισμένοι στα στασίδια με τα κεφάλια σκυφτά ή γονατιστοί με τα δάχτυλα πλεγμένα και τα κεφάλια στραμμένα ψηλά και τα μάτια στυλωμένα στο φως που ξεχυνόταν από τα βιτρό στα παράθυρα.

Ενα συνηθισμένο απόγευμα καθημερινής, που τίποτα δεν το ξεχώριζε από οποιαδήποτε άλλη μέρα πέρα από το ότι ο καιρός ήταν εξαιρετικά καλός, κι εκείνο το λαμπερό απόγευμα η Εκκλησία της Αναστάσεως ήταν γεμάτη νέους ανθρώπους που ούτε στη δουλειά βρίσκονταν ούτε κάθονταν στα υπαίθρια καφέ, αλλά γονάτιζαν στο πέτρινο πάτωμα με τα δάχτυλα πλεγμένα και τα κεφάλια στραμμένα ψηλά σε στάσεις προσευχής. Ο μανιώδης καπνιστής ραβίνος, τα κόκκινα και κίτρινα καπέλα του μπέιζμπολ, και τώρα αυτό.

Και έπειτα από αυτό, που είχε έρθει ύστερα από εκείνο, μου φάνηκε απολύτως λογικό που ο ποιητής προέκυψε βουδιστής. Και όχι, δεν ήταν κάποιος New Age προσήλυτος που είχε διαβάσει κάνα δυο βιβλία περί Ζεν αλλά εδώ και χρόνια πιστός που είχε μόλις επιστρέψει από τετράμηνη παραμονή σε ένα μοναστήρι στο Νεπάλ, σοβαρός άνθρωπος. Και ποιητής, και μελετητής της πόλης όπου είχε γεννηθεί ο παππούς μου. Ηταν ένας ψηλός, ογκώδης τύπος με ψωμωμένα χέρια και καταδεκτική συμπεριφορά, άνθρωπος διορατικός και στοχαστικός που φορούσε ευρωπαϊκά ρούχα και μόνο παρεμπιπτόντως ανέφερε την αφοσίωσή του στον βουδισμό, κάτι που θεώρησα ενθαρρυντικό σημάδι, και επομένως τον εμπιστεύθηκα κι ένιωσα ότι μπορούσα να βασιστώ πάνω του για να μου πει την αλήθεια. Η συνάντηση έλαβε χώρα μόλις δυόμισι χρόνια πριν, μα το παράξενο με το ραντεβού μας είναι ότι ακόμα και έπειτα από τόσο μικρό διάστημα και παρότι το σκέφτομαι σχεδόν καθημερινά έκτοτε, αδυνατώ να θυμηθώ το παραμικρό απ’ όσα μου είπε για την πόλη πριν αναφέρει τους λύκους. Με το που άρχισε να λέει αυτή την ιστορία, όλα τα άλλα ξεχάστηκαν.

Καθόμασταν στη βεράντα ενός καφέ που έβλεπε στη μεγαλύτερη πλατεία της πόλης, τον ομφαλό του Στάνισλαου-Στάνισλαβ-Ιβάνο-Φρανκίβσκ, μια απλωσιά λουσμένη στο ηλιόφως χωρίς αυτοκίνητα μα με πάμπολλους ανθρώπους να πηγαίνουν από το ένα σημείο στο άλλο προς πάσα κατεύθυνση, χωρίς κανένας τους να βγάζει κιχ όπως το θυμάμαι, τίποτα πέρα από μια μάζα βουβών ανθρώπων που περνούσαν από μπροστά μου όσο άκουγα τον ποιητή να λέει την ιστορία. Είχαμε ήδη επιβεβαιώσει ότι γνώριζα τι είχε συμβεί στο εβραϊκό μισό του πληθυσμού μεταξύ 1941 και 1943, όταν όμως συνέρρευσε ο σοβιετικός στρατός για να καταλάβει την πόλη τον Ιούλιο του 1944, είπε, μόλις έξι εβδομάδες μετά τη συμμαχική εισβολή στη Νορμανδία, δεν την είχαν κάνει μόνο οι Γερμανοί, είχε επίσης φύγει και το άλλο μισό του πληθυσμού. Είχαν διαφύγει όλοι προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, προς την ανατολή ή τη δύση, προς τον βορρά ή τον νότο, πράγμα που σήμαινε ότι οι Σοβιετικοί είχαν κυριεύσει μια άδεια πόλη, μια επικράτεια κενή. Ο ανθρώπινος πληθυσμός είχε σκορπίσει στους πέντε ανέμους και, αντί για ανθρώπους, η πόλη τώρα κατοικούνταν από λύκους, εκατοντάδες λύκους, ίσως και χιλιάδες λύκους.

Φρικτό, σκέφτηκα, τόσο φρικτό που ενείχε τον τρόμο του φρικτότερου ονείρου, και ξαφνικά, θαρρείς και αναδύθηκε από δικό μου όνειρο, το ποίημα του Γκέοργκ Τρακλ ξανάρθε ορμητικό στον νου μου – Το ανατολικό μέτωπο, που το πρωτοδιάβασα πριν από πενήντα χρόνια, το διάβασα και το ξαναδιάβασα ώσπου το έμαθα απέξω κι έπειτα το ξαναμετέφρασα για μένα, το ποίημα του A΄ Παγκοσμίου Πολέμου από το 1914, γραμμένο για το Γκρούντεκ, μια γαλικιανή πόλη που δεν απέχει και πολύ από το Στάνισλαου, το οποίο τελειώνει με τη στροφή: «Αγκαθωτές εκτάσεις περικυκλώνουν την πόλη./ Από σκαλιά που αιμορραγούν κυνηγά η σελήνη

Τις αλαφιασμένες γυναίκες./ Αγριοι λύκοι εισόρμησαν στην πύλη» (μτφρ.: Αλέξανδρος Ισαρης, από την ανθολογία «Εξι Ευρωπαίοι ποιητές», εκδ. Guttenberg, 2015).

Από πού το ήξερε αυτό; ρώτησα. Από τον πατέρα του, είπε, ο πατέρας του, του είχε μιλήσει γι’ αυτό πολλές φορές, κι έπειτα άρχισε να εξηγεί ότι ο πατέρας του ήταν νέος το 1944, ίσα που είχε εικοσαρίσει, και όταν οι Σοβιετικοί πήραν υπό τον έλεγχό τους το Στάνισλαου, εφεξής γνωστό ως Στάνισλαβ, τον επιστράτευσαν στη στρατιωτική μονάδα που είχε επιφοριστεί με το καθήκον της εξολόθρευσης των λύκων. Η δουλειά πήρε πολλές εβδομάδες, είπε, ή ίσως αρκετούς μήνες, δεν θυμάμαι ακριβώς, και όταν το Στάνισλαβ ήταν και πάλι κατάλληλο για ανθρώπινη κατοίκηση, οι Σοβιετικοί εποίκισαν ξανά την πόλη με στρατιωτικούς και τις οικογένειές τους.

Κοίταξα στην πλατεία μπροστά μου και προσπάθησα να τη φανταστώ το καλοκαίρι του 1944, όλοι οι άνθρωποι που πήγαιναν για τις δουλειές τους από το ένα σημείο στο άλλο ξαφνικά άφαντοι, σβησμένοι από τη σκηνή, και τότε άρχισα να βλέπω τους λύκους, δεκάδες λύκους να δρασκελίζουν την πλατεία, προχωρώντας σε μικρές αγέλες καθώς γύρευαν τροφή στην εγκαταλελειμμένη πόλη. Οι λύκοι είναι το απότοκο του εφιάλτη, η πιο ακραία έκβαση της ηλιθιότητας που οδηγεί στις συμφορές του πολέμου, σε αυτή την περίπτωση τα τρία εκατομμύρια Εβραίων που δολοφονήθηκαν σε τούτες τις αιματοβαμμένες ανατολικές εκτάσεις μαζί με αναρίθμητους άλλους άμαχους και στρατιώτες άλλων θρησκειών και καμιάς θρησκείας, και όταν τέλειωσε το μακελειό, άγριοι λύκοι όρμησαν απ’ τις πύλες της πόλης. Οι λύκοι δεν είναι απλώς σύμβολα του πολέμου.

Είναι γέννημα του πολέμου κι ό,τι ο πόλεμος φέρνει στη γη.

Δεν αμφιβάλλω ότι ο ποιητής πίστευε πως μου έλεγε την αλήθεια. Οι λύκοι ήταν γι’ αυτόν πραγματικοί, και εξαιτίας της ήρεμης βεβαιότητας στη φωνή του όσο μου έλεγε την ιστορία, τους αποδέχτηκα κι εγώ ως πραγματικούς. Ομολογουμένως, δεν είχε δει τους λύκους με τα ίδια του τα μάτια, όμως τους είχε δει ο πατέρας του, και γιατί να πει ένας πατέρας στον γιο του μια τέτοια ιστορία αν δεν ήταν αλήθεια; Δεν θα την έλεγε, μονολόγησα, και όταν έφυγα από το Ιβάνο-Φρανκίβσκ αργότερα το ίδιο απόγευμα, ήμουν πεπεισμένος ότι για ένα σύντομο διάστημα αφότου οι Ρώσοι πήραν τον έλεγχο του Στάνισλαβ από τους Γερμανούς, την πόλη τη διαφέντευαν οι λύκοι.

Στις εβδομάδες και τους μήνες που ακολούθησαν, έκανα ό,τι μπορούσα για να μελετήσω το ζήτημα πιο διεξοδικά. Μίλησα με έναν φίλο που είχε επαφές με ιστορικούς στο πανεπιστήμιο του Λβιβ (παλιότερα γνωστού ως Λβοβ, Λβουβ και Λέμπεργκ), και πιο συγκεκριμένα με μια γυναίκα που ειδικευόταν στην ιστορία της περιοχής, ποτέ στην προηγούμενη έρευνά της όμως δεν είχε πέσει πάνω στο παραμικρό για τους λύκους του Στάνισλαβ, είπε, κι όταν έψαξε το ζήτημα πιο διεξοδικά κι η ίδια, δεν κατάφερε να βρει έστω και μια αναφορά στην ιστορία που μου είχε πει ο ποιητής. Αυτό που όντως βρήκε, ωστόσο, ήταν μια ταινία μικρού μήκους που καταγράφει την κατάληψη της πόλης από σοβιετικά στρατεύματα στις 27 Ιουλίου του 1944, κι όταν μου εστάλη το βίντεο, μπόρεσα να το δω ο ίδιος ενώ καθόμουν σ’ αυτή την καρέκλα όπου κάθομαι και τώρα.

Πενήντα ή εκατό στρατιώτες σε τακτική παράταξη παρελαύνουν στο Στάνισλαβ καθώς ένα μικρό πλήθος καλοντυμένων, καλοταϊσμένων αμάχων ζητωκραυγάζει για την άφιξή τους. Η σκηνή έπειτα επαναλαμβάνεται από ελαφρώς διαφορετική γωνία, δείχνοντας τους ίδιους πενήντα ή εκατό στρατιώτες και το ίδιο καλοντυμένο, καλοταϊσμένο πλήθος. Η ταινία τότε κάνει κατ στην εικόνα μιας γκρεμισμένης γέφυρας, κι έπειτα, πριν φτάσει στην κατακλείδα της, ξανακάνει κατ στο αρχικό πλάνο των στρατιωτών και του πλήθους που ζητωκραυγάζει. Οι στρατιώτες ίσως να ήταν πραγματικοί στρατιώτες, σε αυτή την περίπτωση όμως τους είχε ζητηθεί να παίξουν τον ρόλο των στρατιωτών, ακριβώς όπως οι ηθοποιοί στους οποίους είχε δοθεί η οδηγία να παίξουν το πλήθος που ζητωκραυγάζει υποδύονταν τους ρόλους τους σε μια κακομονταρισμένη, ημιτελή προπαγανδιστική ταινία που είχε σκοπό να εκθειάσει την ηρωική καλοσύνη και ανδρεία της Σοβιετικής Ενωσης.

Περιττό να ειπωθεί πως στην ταινία δεν εμφανίζεται ούτε ένας λύκος.

Το οποίο με φέρνει πίσω στο σημείο απ’ όπου ξεκίνησα και στην ερώτηση που δεν έχει απάντηση: Τι να πιστέψεις όταν δεν μπορείς να είσαι βέβαιος αν ένα υποτιθέμενο γεγονός είναι αλήθεια ή δεν είναι;

Απούσης κάθε πληροφορίας η οποία θα επιβεβαίωνε ή θα διέψευδε την ιστορία που μου είπε, διαλέγω να πιστέψω τον ποιητή. Και είτε βρίσκονταν εκεί είτε όχι, διαλέγω να πιστέψω στους λύκους.

Μπρούκλιν
27 Μαρτίου 2020
(σε καραντίνα για τον COVID – 19)