ΒΙΒΛΙΟ

Τι οδηγεί τον μακρινό άλλο στα χωράφια μας;

gkkt_10_1904_page_1_image_0002

MAHI BINEBINE
Χαρράγκα, αυτοί που καίνε τα χαρτιά τους
μτφρ. Ελγκα Καββαδία,
εκδ. Αγρα
σελ. 179

Μια ομάδα περιμένει κρυμμένη στα παράλια της Ταγγέρης τη στιγμή που ο διακινητής θα δώσει το σήμα προκειμένου να μπαρκάρει για να φτάσει με βάρκα από τη θάλασσα του Γιβραλτάρ στη γη της Επαγγελίας – την Ευρώπη. Το έργο θα μπορούσε να έχει γραφτεί σήμερα. Είναι ωστόσο του 1999. Θα μπορούσε να αποτελεί μαρτυρία. Είναι όμως μια λογοτεχνικά μεταπλασμένη ιστορία από τον βραβευμένο Μαροκινό πεζογράφο και ζωγράφο Μάχι Μπινμπίν. «Χαρράγκα» ονομάζονται στα αραβικά οι πρόσφυγες και οι μετανάστες που καίνε τα χαρτιά τους μόλις φτάσουν σε ευρωπαϊκό έδαφος ή τα αφήνουν σε όσους μένουν πίσω για να τα καταστρέψουν μόλις οι ίδιοι μεταναστεύσουν και λάβουν άσυλο.

Τίποτα δεν έχει αλλάξει τα τελευταία είκοσι χρόνια. Κυνηγημένοι από τη φτώχεια και τις πολιτικές αναταραχές, Αλγερινοί, Μαροκινοί, Σενεγαλέζοι, Μαυριτανοί διακινδυνεύουν προκειμένου να επιτύχουν μια πιο ασφαλή ζωή. Οι Μαροκινοί Αζούζ και Ρεντά, ο Αλγερινός Καρέμ Ντζουντί που έχασε την οικογένειά του στη σφαγή της Μπλίντα, ο γιγαντιαίος Παφαντνάμ και ο Γιαρσέ απ’ το Μάλι, ο Βερβερίνος Γιουσέφ και η νεαρή Νουαρά με το μωρό της τουρτουρίζουν πίσω από ένα βράχο περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να μπουν στη βάρκα. Πείνα, κρύο, φόβος – και ελπίδα. Σχέδια, όνειρα, ψευδαισθήσεις που γεννιούνται απ’ τις διηγήσεις όσων έχουν κατορθώσει να πατήσουν το πόδι τους στην Ευρώπη, και τώρα αναμοχλεύουν την πυρωμένη φαντασία των επίδοξων μεταναστών.

Η περιπέτεια δεν κρατά παρά μερικές ώρες. Με διαρκείς αναδρομές ωστόσο ο προικισμένος Αζούζ παρακολουθεί τις τροχιές των συνταξιδιωτών του, εκείνες που τελικά τους οδήγησαν σε αυτή την έρημη σκοτεινή ακτή για να τολμήσουν τη ριψοκίνδυνη πλεύση. Παιδικά χρόνια μες στη στέρηση και τη βία, σπίτια ρημαγμένα απ’ τις αιματηρές συγκρούσεις, γυναίκες εγκαταλελειμμένες από τον άντρα και προστάτη. Και ταυτόχρονα λογιών λογιών παραμύθια, ότι ο διάπλους του πορθμού είναι μια εύκολη, απλή διαδικασία: πληρώνεις, και σε λίγο βρίσκεσαι στην Ισπανία. Διανυκτερεύεις σε μια άνετη κουκέτα βαγονιού μέσα σε ένα τρένο εξπρές που σε οδηγεί στα Πυρηναία, κι ύστερα από μια γοητευτική πεζοπορία φτάνεις στη Γαλλία.

Η αφηγηματική θερμοκρασία της ιστορίας είναι υψηλή. Σε δύο τρία σημεία γίνεται ίσως και κάπως μελοδραματική. Δεν πειράζει ωστόσο. Παρόμοια κείμενα μας βοηθούν να ταυτιστούμε με τον μακρινό άλλο που βρίσκεται ξαφνικά στα χωράφια μας. Ξένη ή ελληνική, η μεταναστευτική και προσφυγική λογοτεχνία επιτελεί τον φιλάνθρωπο ρόλο της εξοικείωσης με τα δεινά των μαζικών μετακινήσεων. Και το επιτελεί με συστηματική επιμονή και εξαίσια ευαισθησία όταν τα ρεύματα ξενοφοβίας και ρατσισμού φουντώνουν σε όλη την Ευρώπη. Παραδείγματα, το «Καταφύγιο» (2017) της Ιρανής Dina Nayeri, «Η ιστορία του ορφανού» (2015) του Βρετανού David Constantine, «Το πέρασμα» (2019) του Φινλανδο-κοσοβάρου Pajtim Statovci. Και ακόμα τα καταφέρνει η πολύ πλούσια ελληνική μεταναστευτική πεζογραφία: το «Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου» (1993) του Σωτήρη Δημητρίου, «Το τελευταίο καναρίνι» (1995), η «Βροχή στο μνήμα» (2000) και η «Σινική μελάνη» (2018) του Βορειοηπειρώτη Τηλέμαχου Κώτσια, «Η αρρώστια που θυμάται τα παλιά» (2010) του Τάσου Καλούτσα, «Η χοντρή μάγισσα Αλίσια» και «Η κόρη της που ήταν ξωτικό» (2003) του εκ Βουλγαρίας παλιννοστήσαντος Χρήστου Χαρτοματσίδη, το «Πέτρα, ψαλίδι, χαρτί» (2014) και το «Σφάλμα συστήματος» (2019) του Νίκου Α. Μάντη, η «Υπόσχεση γάμου» (2011) του Γιώργου Συμπάρδη, το «Βορινό παράθυρο» (2011) του Βασίλη Τσιαμπούση, «Το πέρασμα» (2016) του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη, τα «Σπασμένα ελληνικά» (2000) του Θανάση Χειμωνά, η «Φωτεινή μαγική» (2000) και το «Ναυαγίων πλάσματα» (2009) του Δημήτρη Νόλλα.