ΒΙΒΛΙΟ

Τα λόγια των άλλων

ayti

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑ
Αυτί. 2009-2019
εκδ. Ιωλκός, σελ. 110

«Σημειωματάριο της απάθειας» υποτιτλίζει η Χριστίνα Καράμπελα το μικρό της βιβλίο, τρίτο κατά σειράν, μετά δύο μυθιστορήματα. Η απάθεια, που αρχειοθετούν οι σελίδες, είναι ατομική και συλλογική, απότοκη της δεκαετούς οικονομικής κρίσης. Ο ήρωας, ένας κατ’ επάγγελμα και κατά συρροήν ωτακουστής, που εργάζεται σε εταιρεία στατιστικών ερευνών, συλλέγει σπαράγματα διαλόγων, ιδιωτικές ιστορίες, ανέστιους μονολόγους, ημιτελείς όψεις της καθημερινότητας των Αθηναίων. Με άλλα λόγια, κρυφακούει τον θόρυβο μιας ολοένα πιο καταθλιπτικής πόλης. Επηρεασμένος βαθιά από τον συναισθηματικό αντίκτυπο των λόγων που τον περιβάλλουν, βαθμιαία εξομοιώνεται και ο ίδιος με τα υποκείμενα που παρατηρεί, γίνεται μελαγχολικός, σκυθρωπός και απαθής.

Κάθε εποχή έχει το λεξιλόγιό της. Τώρα μιλάμε για πανδημία, καραντίνα, κρούσματα και φονικό ιό. Τότε μιλούσαμε για χρέος, έλλειμμα, οίκους υποβάθμισης και αφηγήματα. Ο ήρωας ασφυκτιά από την απόπνοια των περιρρέοντων λόγων, που ξεχύνονται από παντού, σκορπώντας «την αποφορά του τίποτα». Στις ατελείωτες διαδρομές του στην πόλη, στα αυτιά του εισχωρούν «κατακερματισμένα περιρρέοντα λόγια που όλα μιλούν για τι άλλο, για το έλλειμμα και το χρέος, για τα επονείδιστα, τα δυσβάσταχτα, τα απεχθή, τα τρισκατάρατα δεινά μας». Εκείνος απολάμβανε την ωτακουστική του δεινότητα όταν υπέκλεπτε ξένες, χαμηλόφωνες ιστορίες, στιγμές από τις ζωές των άλλων, στις οποίες έβρισκε καταφύγιο από την ακατασίγαστη ηχορρύπανση του θεσμικού λεξιλογίου. Περισσότερο από όλα τα λόγια, στον αφηγητή αρέσουν εκείνα που δεν ξεστομίζονται αλλά παραμένουν σκέτες σκέψεις, αμόλυντες από λέξεις και γι’ αυτό ειλικρινείς και απροσποίητες. Με τον καιρό το ωτακουστικό του χάρισμα παροξύνεται τόσο που κατάφερνε να κλέβει τις σκέψεις των άλλων, χωρίς να ακούσει ούτε ίχνος από τη φωνή τους. Διεισδύοντας σε ενδότατους μονολόγους, ξαναέβρισκε τα σκοτάδια που επωάζονταν και μέσα του. Το άκουγε γύρω του, το έβλεπε στις στατιστικές, το αισθανόταν. Οι δείκτες υποκειμενικής συναισθηματικής ευημερίας έπεφταν όλο και πιο χαμηλά. Ηταν δείκτες τρισδιάστατοι, άνθρωποι που φοβούνταν και αρρώσταιναν από θλίψη. Η ιδέα της Καράμπελα να διαχύσει σε σκόρπιους διαλόγους τη δυστυχία της τελευταίας δεκαετίας είναι αναμφίβολα ευρηματική και προσφέρει απρόσμενους παραλληλισμούς με την τωρινή συνθήκη. Δεν γίνεται, λόγου χάριν, να μην υπομειδιάσουμε όταν δύο έφηβοι που φιλοδοξούν να στήσουν μια start up, συμφωνούν ότι δεν ετοιμάζονταν «για sprint αλλά για μαραθώνιο». Μπορούμε, επίσης, να καταλάβουμε τη συγκρατημένη αισιοδοξία του 2017, όταν οι δείκτες της ευημερίας ανέκαμπταν σε συνάρτηση με τις ενδείξεις τερματισμού του υπερβολικού ελλείμματος. Το πρόβλημα του βιβλίου, που αντικρούει την ευρηματικότητα της αρχικής ιδέας, είναι η κοινοτοπία. Ο αφηγητής μνημειώνει στο σημειωματάριό του τη μιζέρια και την γκρίνια ανθρώπων μπουχτισμένων από τη ζωή τους που μέρα τη μέρα δυσκολεύει. Γίνεται έτσι συλλέκτης θυμικών απορριμμάτων, της ιδιωτικής φασαρίας της απελπισίας. Η επανεγγραφή του τετριμμένου καταλήγει μοιραία στην αναπαραγωγή της κοινοτοπίας. Από την άλλη, η υπερφυσική ικανότητα της «εγκεφαλικής διείσδυσης», δεν ταιριάζει σε μια αφήγηση που στηρίζεται στον πραγματολογικό ρεαλισμό, όπως αποδεικνύει το χρονολόγιο στο τέλος του βιβλίου.

Μόνο όταν επιχειρεί να διαφύγει από τα περιρρέοντα λόγια και να αναμετρηθεί με το έλλειμμα των επιθυμιών, που σιγούσαν στη δική του φωνή, ο αφηγητής γίνεται ενδιαφέρων. Οι τέσσερις επιλογικοί διάλογοι, αποσπάσματα ψυχοθεραπευτικών συνεδριών, είναι μακράν το καλύτερο κομμάτι του βιβλίου. Με αμφίδρομο σαρκασμό οι δύο συνομιλητές δοκιμάζουν τη δυνατότητα κατάρτισης μιας νέας ορολογίας, ικανής να αποδώσει τη μετάβαση από μέσα προς τα έξω, τη διάσχιση του συνόρου που συνδέει το εγώ με τον κόσμο. Θα ήταν, άραγε, «συν-ορολογία» ή «συνορο-λογία»;