ΒΙΒΛΙΟ

Η μεγάλη ανατροπή στις αγορές της Δύσης

gkkt_03_3105_page_1_image_0002

THOMAS PHILIPPON
The Great Reversal
εκδ. Belknap/Harvard, 2019
σελ. 343

Οταν τον Αύγουστο 1999 έφθασε από τη Γαλλία στη Βοστώνη για το διδακτορικό του στο ΜΙΤ, ο Τόμας Φίλιπον είχε εντυπωσιασθεί από τις φθηνές τιμές που βρήκε στις αεροπορικές συγκοινωνίες και τηλεπικοινωνίες, μετά την απελευθέρωση αυτών των κλάδων στις δεκαετίες του 1970 και 1980. Είκοσι χρόνια αργότερα, καθηγητής χρηματοοικονομικών πλέον στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, στη «Μεγάλη Αντιστροφή» διαπιστώνει ότι η κατάσταση έχει ανατραπεί άρδην και η Ευρώπη, που ήταν συνώνυμη παλαιότερα με την οικονομική σκλήρωση, χάρις στην ενοποίησή της έχει μετατραπεί σήμερα στη γη των ελευθέρων αγορών και του θεμιτού ανταγωνισμού, προσφέροντας φθηνότερα προϊόντα και υπηρεσίες, όπως αεροπορικά εισιτήρια, πακέτα κινητής τηλεφωνίας και διαδικτυακής σύνδεσης και εφαρμόζοντας  αυστηρότερα από την Αμερική την αντιμονοπωλιακή νομοθεσία.  

Χρησιμοποιώντας πλήθος δεδομένων από την έρευνα του ιδίου και άλλων οικονομολόγων, ο συγγραφέας αναδεικνύει την ειρωνεία ότι η Αμερική, που αποτελούσε το μοντέλο για τη μεταπολεμική Ευρώπη στην οδό του υγιούς ανταγωνισμού και ελέγχου των μονοπωλίων, χαρακτηρίζεται τις  τελευταίες δύο δεκαετίες από αύξηση της συγκέντρωσης στους περισσότερους κλάδους της οικονομίας με την κυριαρχία ολιγοπωλίων, που προσφέρουν προϊόντα και υπηρεσίες σε υψηλές τιμές και συσσωρεύουν τεράστια κέρδη, τα οποία διοχετεύουν όχι σε παραγωγικές επενδύσεις (μόλις το 10%), αλλά στην πληρωμή μερισμάτων και επαναγορά μετοχών. Η μείωση του εσωτερικού ανταγωνισμού έχει οδηγήσει σε χαμηλότερους μισθούς, παραγωγικότητα, επενδύσεις και ρυθμούς μεγέθυνσης και σε διόγκωση της ανισότητας. 

Τα λόμπι

Αυτή την αυξημένη οικονομική συγκέντρωση στην Αμερική αποδίδει στη χαλάρωση εφαρμογής της νομοθεσίας αντιτράστ, σε πρακτικές περιορισμού του ανταγωνισμού και σε αλλαγές του ρυθμιστικού πλαισίου που ευνοεί μεγάλες επιχειρήσεις, οι οποίες μάλιστα δαπανούν δισεκατομμύρια δολάρια για την επιρροή του πολιτικού συστήματος υπέρ των συμφερόντων τους, είτε με εταιρείες λόμπι είτε με γενναιόδωρες συνεισφορές στις εκλογικές εκστρατείες.

Στη χώρα που εφηύρε τους αντιμονοπωλιακούς νόμους ήδη από το τέλος του 19ου αιώνα, σήμερα οι κυρίαρχοι παίκτες αυξάνουν τα μερίδια αγοράς με συγχωνεύσεις, εξαγορές ή εξουδετέρωση ανταγωνιστών, χρεώνουν υψηλές τιμές, εξασφαλίζουν αυξημένα περιθώρια κέρδους και  εκμεταλλεύονται τα προσωπικά δεδομένα των πελατών τους. Το 2018 η σύνδεση στο Διαδίκτυο και τα πακέτα κινητής τηλεφωνίας κόστιζαν διπλάσια στην Αμερική από τη Γαλλία ή το Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ οι συγχωνεύσεις και οι ολιγοπωλιακές πρακτικές νοσοκομείων και φαρμακοβιομηχανιών έχουν εκτοξεύσει το κόστος της ιατρικής περίθαλψης στις ΗΠΑ στο 18% του ΑΕΠ το 2018, δηλαδή 3,3 τρισ. δολάρια, με τις δημόσιες δαπάνες περίπου ίσες με τον μέσον όρο των χωρών του ΟΟΣΑ, αλλά τις ιδιωτικές τρεις φορές υψηλότερες.


Ο συγγραφέας προτείνει τη διατήρηση των ρυθμίσεων που προστατεύουν τις ελεύθερες αγορές και την απαλλαγή από εκείνες που ευνοούν την ανεξέλεγκτη οικονομική συγκέντρωση.

Ο μέσος Αμερικανός δαπανά ετησίως 1.443 δολάρια για φάρμακα, ποσό διπλάσιο από τον Ευρωπαίο πολίτη (749 δολάρια), ενώ η υπερσυνταγογράφηση έχει συντελέσει στη μάστιγα των οπιοειδών. Σήμερα, μετά διαδοχικές συγχωνεύσεις οι τέσσερις μεγαλύτερες αεροπορικές εταιρείες στην Αμερική ελέγχουν το 80% της αμερικανικής αγοράς και χρεώνουν ακριβά αεροπορικά εισιτήρια, ενώ οι αντίστοιχες τέσσερις στην Ευρώπη ελέγχουν μόνο το 40% της ευρωπαϊκής αγοράς. 

Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι τα σημερινά αστέρια της αμερικανικής οικονομίας, οι Google, Amazon, Facebook, Apple και Microsoft με χρηματιστηριακή αξία 3,7 τρισ. δολαρίων την άνοιξη 2018, δεν πρέπει να τύχουν ήπιας μεταχείρισης και ειδικής προστασίας με το σκεπτικό ότι αποτελούν πολύτιμο συστατικό της υγείας της αμερικανικής οικονομίας. Παρόμοιοι επιχειρηματικοί γίγαντες με εξίσου εντυπωσιακά μερίδια κεφαλαιοποίησης υπήρχαν και στο παρελθόν, όταν οι General Motors, General Electric, IBM, Exxon Mobil και AT&T, συνεισέφεραν πολύ περισσότερο στην αύξηση της παραγωγικότητας, της απασχόλησης και των φορολογικών εσόδων (οι επιχειρήσεις στον κατάλογο Fortune 500 είχαν φορολογικό  συντελεστή 21,2% στην περίοδο 2008-2015). Γι’ αυτόν το ζητούμενο είναι οι ρυθμιστικές αρχές να περιορίσουν τις εξαγορές δυνητικών ανταγωνιστών από τους ψηφιακούς κολοσσούς και να δώσουν προτεραιότητα στην προστασία της ιδιωτικότητας και των προσωπικών δεδομένων, όπως πράττει η Ευρωπαϊκή Ενωση αποτελεσματικότερα από την Αμερική.

Αντίθετα με τα αυξανόμενα περιθώρια κέρδους των μεγάλων επιχειρήσεων, η συμπίεση των μισθών μεταφράζεται για τους εργαζομένους σε μια αναιμική αύξηση των πραγματικών αποδοχών τους μόλις κατά 0,3% ετησίως στην περίοδο 2000-2018, οπότε δεν πρέπει να εκπλήσσει η οργή τους κατά του «συστήματος». Με υγιέστερο ανταγωνισμό υπολογίζεται ότι ένα τυπικό νοικοκυριό θα ωφελούνταν κατά 300 δολάρια μηνιαίως και το όφελος για τους εργαζομένους θα έφθανε στο 1,25 τρισ. δολάρια ετησίως. 

Η πρόταση

Αντί να φιλονικούμε αν γενικότερα χρειαζόμαστε περισσότερες ή λιγότερες ρυθμίσεις, ο Φίλιπον προτείνει τη διατήρηση των ρυθμίσεων που  προστατεύουν τις ελεύθερες αγορές και την απαλλαγή από εκείνες που ευνοούν την ανεξέλεγκτη οικονομική συγκέντρωση και εμποδίζουν την είσοδο νέων ανταγωνιστών στην αγορά. Περιφρουρήστε τη διαφάνεια, την ιδιωτικότητα και την προστασία των προσωπικών δεδομένων, περιορίστε την  επιρροή του χρήματος στην πολιτική και εξασφαλίστε ίσους όρους ανταγωνισμού για όλους, ώστε «οι αμερικανικές αγορές να ξαναγίνουν μεγάλες και να επανακτήσουν την ελευθερία τους προς όφελος των πολλών», καταλήγει.

* Ο κ. Αχιλλέας Παπαρσένος υπηρέτησε στην ελληνική πρεσβεία της Ουάσιγκτον ως προϊστάμενος του Γραφείου Τύπου και Επικοινωνίας.