ΒΙΒΛΙΟ

Το πλωτό… Αουσβιτς των Βρετανών

dunera

«Ενα άθλιο, λυπηρό, ασυγχώρητο λάθος μας» χαρακτήρισε, μετανοημένος, ο Ουίνστον Τσώρτσιλ την περίπτωση του πλοίου «Ντουνέρα» (Dunera). Την άνοιξη του 1940, η γερμανική Βέρμαχτ εισβάλλει και καταλαμβάνει τη Νορβηγία, τις Κάτω Χώρες και τη Γαλλία. Η Βρετανία φοβάται ότι θα είναι η επόμενη κατάκτηση του Γ΄ Ράιχ. Μέχρι τότε, και μέσα στη δεκαετία του ’30, χιλιάδες Γερμανοεβραίοι είχαν βρει καταφύγιο στην Αγγλία, αφού η κυβέρνηση είχε αποφασίσει ότι δεν αποτελούν κίνδυνο. Οι πολιτικές αποφάσεις όμως αλλάζουν εύκολα, πόσο μάλλον σε καιρό πολέμου.
Μάιο και Ιούνιο του ίδιου χρόνου, η κυβέρνηση του Τσώρτσιλ συλλαμβάνει χιλιάδες ανθρώπους «εχθρούς ή εν δυνάμει επικίνδυνους» για την ασφάλεια της χώρας. Οι περισσότεροι Γερμανοεβραίοι συγκαταλέγονται ανάμεσά τους. Τώρα, μετά συμμαχικές, διακρατικές συμφωνίες πρέπει να απελαθούν στον Καναδά ή στην Αυστραλία.

Στις 10 Ιουλίου 1940, 2.546 άνδρες από 16 έως 66 ετών, μεταφέρονται στο επιταγμένο από το Βρετανικό Πολεμικό Ναυτικό, εμπορικό πλοίο «Ντουνέρα» στο Λίβερπουλ, με προορισμό την Αυστραλία. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται 200 Ιταλοί φασίστες και 251 ναζί αιχμάλωτοι πολέμου. Ολοι οι υπόλοιποι είναι Γερμανοί και Αυστριακοί Εβραίοι που έχουν καταφέρει να διαφύγουν από τη ναζιστική απειλή. Ολοι μαζί, θα ταξιδεύουν για 57 μέρες με το διαβόητο «Ντουνέρα», κάτω από συνθήκες άξιες του Μπούχενβαλντ ή του Αουσβιτς.

Για αρχή, κατάσχονται όλα τα είδη υγιεινής που έχουν μαζί τους, ρούχα, αντικείμενα, και ποσά «ασφάλειας» για τη νέα ζωή που τους περιμένει. Λεηλατούνται από το πλήρωμα, τους Βρετανούς φρουρούς. Αργότερα θα μοιραζόταν ένα σαπούνι ανά είκοσι άνδρες. Στοιβαγμένοι στα αμπάρια, χωρίς να βλέπουν ποτέ φως, χωρίς εξαερισμό, παίρνουν πόσιμο νερό μόνο δυο-τρεις φορές την εβδομάδα, ελάχιστο –και μερικές μέρες– καθόλου φαγητό.

Ενας μετέπειτα επιζών, ο Φιλντ, ανακαλύπτει ανοιχτό το κλείστρο μιας καταπακτής που οδηγεί στο κατάστρωμα και οργανώνει δεκάλεπτες «βάρδιες ανάσας» καθαρού αέρα για τον ίδιο και τους συγκρατούμενούς του, μέχρι που το βρετανικό πλήρωμα το ανακαλύπτει και σφραγίζει την καταπακτή. Μόνο δέκα τουαλέτες είναι διαθέσιμες και η «αστυνομία τουαλέτας», η επιφορτισμένη με το έργο ομάδα του πληρώματος, καλεί τους ανθρώπους μόλις προκύπτει άδεια θέση.

Οπως αναφέρει δημοσίευμα του BBC, στο βιβλίο της «Freud’s War», η ιστορικός δρ Ελεν Φράι παραθέτει τον Βάλτερ Φρόιντ, εγγονό του Φρόιντ ο οποίος συμπεριλαμβανόταν μεταξύ των απελαθέντων με το «Ντουνέρα»: «Αν και έλειπαν τα πλέον απαραίτητα, ζωτικά φάρμακα όπως η ινσουλίνη ρίχθηκαν στη θάλασσα όταν ανακαλύφθηκε ότι ανήκουν στους απελαθέντες […] Τα ψεύτικα δόντια αφαιρέθηκαν, καταστράφηκαν ή πετάχτηκαν στη θάλασσα. Θρησκευτικά αντικείμενα – άμφια, βιβλία προσευχής που είχαν σωθεί από τις κατεστραμμένες συναγωγές στη Γερμανία, Βίβλοι και φυλαχτά, αφαιρέθηκαν ή σχίστηκαν». Η ίδια συμπληρώνει ότι «δεν ήταν μόνο σοκαριστικές οι συνθήκες του πλοίου αλλά και το γεγονός ότι απελάθηκαν μαζί με ναζί και Ιταλούς φασίστες. Πλήρης παρανόηση της κατάστασης. Αυτό που έγινε δεν ήταν καθόλου… βρετανικό»!

Πολλοί από τους εγκλείστους είναι διανοούμενοι και έτσι παρ’ όλες τις φρικτές συνθήκες ή σε πείσμα αυτών, οργανώνονται συζητήσεις και διαλέξεις με ένα ευρύ φάσμα θεμάτων σχετικά με μουσική, οικονομία, λογοτεχνία, γεωγραφία και… γεωργία. Ο καθηγητής Πέτερ Μάγιερ συνθέτει έναν θρησκευτικό ύμνο και οργανώνει χορωδία για να τον τραγουδήσει.

Στις 6 Σεπτεμβρίου, γύρω στις 10 το πρωί, το «Ντουνέρα» μπαίνει στο λιμάνι του Σίδνεϊ και, όσοι δεν είχαν αποβιβαστεί στις 3 του μηνός στη Μελβούρνη με προορισμό ένα στρατόπεδο εξόρυξης στο Τατούρα, παίρνουν τον δρόμο για το στρατόπεδο εκπαίδευσης Χέι, στη Νέα Νότια Ουαλλία. Στο πλοίο έχει επιβιβαστεί από μία πρώτη στάση στο Φρίμανλτ, ο καπετάνιος του αυστραλιανού Πολεμικού Ναυτικού, Χάιγουεϊ, και στο Σίδνεϊ επιβιβάζεται και ο στρατιωτικός γιατρός Αλαν Φροστ. Οι δύο Αυστραλοί σοκάρονται από αυτό που αντικρίζουν.

Πίσω στη Βρετανία, συγγενείς των εκτοπισθέντων δεν ήξεραν τι είχε γίνει αλλά, καθώς γράμματα κατέφθαναν από την Αυστραλία, το θέμα έφτασε στη Βουλή των Κοινοτήτων και ο συνταγματάρχης Βίκτορ Κάζαλετ, Συντηρητικός βουλευτής, δηλώνει στις 22 Αυγούστου 1940: «Δεν θα αισθάνομαι καλά, ούτε ως Αγγλος ούτε ως υποστηρικτής αυτής της κυβέρνησης, έως ότου καθαρίσει και ξαναγραφτεί αυτή η άσχημη σελίδα της Ιστορίας μας».

Ο Λέοναρντ Γουλφ, σύζυγος της Βιρτζίνια Γουλφ και εκδότης του Ζίγκμουντ Φρόιντ, έγραψε στον Κλέμεντ Ατλι, τότε ηγέτη της ομάδας του Εργατικού Κόμματος στην κυβέρνηση συνασπισμού του Τσώρτσιλ: «Ο Φρόιντ και η οικογένειά του ήρθαν εδώ μεταξύ άλλων διακεκριμένων προσκεκλημένων ως θύματα των ναζί. Το ότι κάποιος από αυτούς θα πρέπει τώρα να αιχμαλωτιστεί ως επικίνδυνος και ότι ένας εγγονός του Φρόιντ έπρεπε να αποσταλεί στην Αυστραλία από την κυβέρνηση με αφήνει άναυδο».

Ενα στρατόπεδο γεμάτο διανοούμενους και επιστήμονες

Η έκθεση των Χάιγουεϊ και Αλαν Φροστ μαζί με τη δημοσιοποίηση μέσω των επιστολών προς τους συγγενείς και τις γενικευμένες πλέον διαμαρτυρίες, θα οδηγήσει στο στρατοδικείο τον υπεύθυνο αξιωματικό, Βρετανό συνταγματάρχη Ουίλιαμ Σκοτ, και άλλους τρεις βαθμοφόρους του πληρώματος. Θα τους επιβληθούν αυστηρές πειθαρχικές ποινές και κάποιοι θα απολυθούν από τον στρατό. Δημιουργείται ένα ταμείο αποζημίωσης 35.000 λιρών για τους επιβάτες του Ντουνέρα.

Η μεταχείριση στα τρένα, στη διαδρομή προς τις κατασκηνώσεις Χέι και Τατούρα φέρεται να έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη φρίκη του Ντουνέρα. Παρέχονται στους άνδρες συσκευασίες τροφίμων και φρούτων και οι Αυστραλοί στρατιώτες τους προσφέρουν τσιγάρα. Η λογική σιγά σιγά επιστρέφει.

Μετά την εξάσκησή τους οι «εκπαιδευόμενοι» δημιουργούν και διοικούν τη δική τους πόλη με το νόμισμα Χέι (το οποίο είναι πλέον πολύτιμο στοιχείο συλλεκτών). Κοινότητες που ενθαρρύνουν την εκπαίδευση και τον πολιτισμό, θεατρικές παραγωγές, μιούζικαλ, ορχηστρικές παραστάσεις, σχολική εκπαίδευση, αθλητισμός, πανεπιστήμιο με ποικίλους κλάδους που αντικατοπτρίζουν την ποικιλία των επαγγελματικών υποβάθρων και των ενδιαφερόντων τους, είναι μερικές μόνο από τις δραστηριότητες που αναπτύσσονται. Κάπως λογικό αφού μεταξύ τους περιλαμβάνονται: ο Φραντζ Σταμπφλ, ο πρωτοπόρος του συστήματος της διαλειμματικής προπόνησης και μετέπειτα κορυφαίος προπονητής μεγάλων αθλητών σπριντ και μεσαίας απόστασης του 20ού αιώνα, ο Βολφ Κλάπχακε, ο εφευρέτης της συνθετικής καμφοράς, ο τενίστας Εριχ Λίφμαν, ο συνθέτης Ρέι Μάρτιν (μαέστρος της ορχήστρας του στρατοπέδου), οι καλλιτέχνες Χάιντς Χενγκς, Λούντβιχ Φίρτχιλντ Μακ και Ερβιν Φάμπιαν, οι ιστορικοί τέχνης Φραντς Αντολφ Φίλιπ και Ερνστ Κίζιντσερ, ο καλλιτέχνης Γιοχάνες Κόελς, οι φωτογράφοι Χένρι Τάλμποτ και Χανς Αξελ, ο συγγραφέας Ούρλιχ Μπόσγουιτς, οι σχεδιαστές επίπλων Φρεντ Λόβεν και Ερνστ Ρέντεκ, ο θεωρητικός φυσικός Χανς Μπούσνταλ και ο αδελφός του Γκερντ, φιλόσοφος και συγγραφέας του «Μεταφυσική και η Φιλοσοφία της Επιστήμης. Οι κλασικές ρίζες: Από τον Ντεκάρτ στον Καντ», ο ερευνητής Φ. Γ. Αϊριχ, οι φιλόσοφοι Κουρτ Μπάιερ και Πέτερ Χερμπστ, ο οικονομολόγος Φρεντ Γκρούεν, ο Μπερτ Στερν (πατέρας του οικονομολόγου σερ Νίκολας Στερν που έκανε προσκύνημα στον Χέι για να δει το στρατόπεδο), ο Βάλτερ Φρόιντ, ο καθηγητής Μηχανικών στο Imperial College, Πάουλ Αϊσενκλαμ, στο όνομα του οποίου έχει θεσπιστεί υποτροφία, ο καθηγητής Χούγκο Γόλφσον, εξέχων πολιτικός επιστήμονας… και ο κατάλογος δεν έχει τέλος. Λέγεται ότι η άφιξη αυτών των ανθρώπων θεωρείται μία από τις μεγαλύτερες εισροές διανοουμένων και καλλιτεχνών που έφτασαν στην Αυστραλία σε ένα μόνο πλοίο.

Οι περισσότεροι απελευθερώνονται στις αρχές του 1942, πολλοί επιστρέφουν στη Βρετανία, εντάσσονται στις ένοπλες δυνάμεις, προσλαμβάνονται ως διερμηνείς ή στις υπηρεσίες πληροφοριών, κάποιοι αποκτούν στη συνέχεια ακόμα και βρετανικούς «τίτλους ευγενείας». Περίπου 700 παρέμειναν στη φιλόξενη, πολυπολιτισμική Αυστραλία ή επέστρεψαν εκεί αφού υπηρέτησαν, κατόπιν δικής τους επιλογής, στις αυστραλιανές συμμαχικές δυνάμεις.

Τίποτα δεν απομένει από το στρατόπεδο Hay, εκτός από έναν δρόμο που ονομάζεται Dunera Way και μια πέτρινη επιγραφή που υπενθυμίζει το γεγονός σημειώνοντας ότι «πολλοί πολέμησαν μαζί μας, έκαναν την Αυστραλία σπίτι τους και συνέβαλαν θεαματικά στην πρόοδό της».