ΒΙΒΛΙΟ

Το όνειρο μιας χειμερίας νάρκης

fakinou

ΕΥΓΕΝΙΑ ΦΑΚΙΝΟΥ
Γράμματα στη Χιονάτη
εκδ. Καστανιώτη, σελ. 222

Μια εβδομηντάχρονη γυναίκα αυτοεξορίζεται σε ένα χωριό απ’ όπου όλοι φεύγουν. Σαθρό το έδαφος, κούφιο από παλιές στοές ορυχείων, και έτσι ολόκληρο το χωριό κινδύνευε να θαφτεί στο χώμα. Σε παρόμοια κατάσταση, ψυχικής καθίζησης, η γυναίκα εγκαθίσταται σε ένα απόμερο σπίτι, περιμένοντας το χιόνι. «Μια μόνη», αυτό ήταν. Το απομεινάρι μιας πολύχρονης στενοχώριας και μιας βαθιάς οργής. Προτού αποτολμήσει την έσχατη εξορία, είχε ξυρίσει το κεφάλι της. «Ηταν μια πράξη αυτοκαταστροφής», «ένα υποκατάστατο αυτοκτονίας». Μέσα στο γυμνό της κρανίο σύριζαν σκοτεινές σκέψεις, που θρασομανούσαν τις νύχτες. Υπέφερε από τα κρυμμένα στη μνήμη, από «όλα τα κρυμμένα που ψάχνουν μια χαραμάδα για να βγουν πάλι στο φως αναγεννημένα». Αποτραβηγμένη στην ερημιά, πάλευε να καθυποτάξει τον φόβο του θανάτου. Ηθελε να τρομάξει τον τρόμο της. Παρά την εκκένωση του χωριού, η γυναίκα ανακαλύπτει πως δεν ήταν εντελώς μόνη.

Περίεργα πλάσματα συγκατοικούσαν στο χειμερινό τοπίο, φωλιασμένα σε περίκλειστα ενδιαιτήματα. Ενας ξεπεσμένος ποιητής, ένας παράξενος επιστάτης, τρεις γερασμένοι ένοικοι ενός ρημαγμένου κοινοβίου και φυσικά η Χιονάτη. Μια μέρα η γυναίκα βρίσκει το παιδί έξω από την πόρτα της, να κάθεται ακίνητο μες στη χιονοθύελλα. Δεν μιλούσε, αλλά έδειχνε απόλυτα υποταγμένο στο έλεός της. Κεντρισμένη από ένα όψιμο μητρικό ορμέμφυτο, η γυναίκα περιθάλπει τη Χιονάτη, χωρίς όμως να πάψει να ανησυχεί πως το ουρανοκατέβατο κορίτσι θα στεκόταν εμπόδιο στα σχέδιά της. Εκείνη δεν ήθελε τη Χιονάτη, ήθελε το «άλλο χιόνι», που θα την αφάνιζε.

Στο πρόσφατο μυθιστόρημά της η Ευγενία Φακίνου κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα, μας διηγείται ένα παραμύθι. Τα παραμύθια παρηγορούν για τις ασχήμιες της πραγματικότητας, δίχως να τις κρύβουν. Ο τρόμος που εμφωλεύει στα παραμύθια είναι τρόμος νικημένος. Οι δυστυχίες μεταμορφώνονται σε αλλόκοτα στοιχειά, που παρεισδύουν στον αμείλικτο ρεαλισμό της αληθινής ζωής, προσδίδοντάς της λίγη από τη μαγεία της φαντασίας. Ως συγγραφέας, η ηρωίδα έλκεται από το μυστήριο και την υπερφυσική αχλή που αναθάλλει από ορισμένες συντυχίες. Η υπόσταση της Χιονάτης είναι μετά βίας αληθοφανής. Σαν να γεννήθηκε από τα μολύβια της ηρωίδας, που σιγούσαν από πένθος. Οι λέξεις είχαν πεθάνει για εκείνη. Το αμίλητο κορίτσι ερχόταν να της απευθύνει ένα νεύμα από άηχες λέξεις, όπως είναι πάντα οι γραμμένες. Ηταν σαν να είχε ξεπηδήσει από τις ραχούλες των βιβλίων της. Από την άλλη, το ροδί πλεκτό με το οποίο η γυναίκα ντύνει τη Χιονάτη προσιδιάζει σε ένα πλάσμα που ίσως δραπέτευσε από τα λημέρια του Πλούτωνα.

Η αναμονή του χιονιού είναι το μύχιο καθαρτήριο της ηρωίδας, το πέρασμα από τον πόνο στη γαλήνη. Η έλευση της Χιονάτης σηματοδοτεί την καταλλαγή του πένθους. Η ηρωίδα φαντασιωνόταν ότι εκμηδενιζόταν σε ένα όνειρο χειμέριας νάρκης, αλλά η Χιονάτη ήρθε να την αφυπνίσει από τους εφιάλτες. Της θύμισε το λίγωμα της συγκίνησης, τη δύσκολη γενναιοδωρία της συμπόνιας, τη σπαραξικάρδια οδύνη της αγάπης. Ξαφνικά το κορίτσι εξαφανίζεται και η γυναίκα βρίσκεται αποκοιμισμένη ανάμεσα σε γραμμένες σελίδες, τα γράμματά της στη Χιονάτη. Βυθισμένη σε έναν ύπνο άλλο, γλυκύτερο από αυτόν που προσδοκούσε, καταβυθίζεται στη νοσταλγία της μήτρας, της μητέρας της, αλλά και της γραφής, η οποία κυοφόρησε τη Χιονάτη.

Η Φακίνου είναι μητέρα πολλών παραμυθιών. Ακόμα και αν στο τέλος ποτέ δεν ζουν όλοι καλά, εκείνη ξέρει ότι όσο διαρκεί ένα βιβλίο τίποτα κακό δεν μπορεί να συμβεί. Οι κακοί δράκοι, που κατακαίνε μόνο στον ξύπνιο, βρυχώνται επέκεινα της μυθοπλασίας.