ΒΙΒΛΙΟ

Η ειρωνεία με το «Φαρενάιτ 451»

bradbury-big

Σαν σήμερα, το 1920, γεννήθηκε στο Ιλινόις ένας συγγραφέας που εισήλθε στην επικράτεια της γραφής από μια λοξή οδό. Ο Ρέι Μπράντμπερι δεν μεγάλωσε σε οικογένεια βιβλιοφάγων, όμως στο περιβάλλον του άκουγε πολλές ιστορίες. Τα πρώτα του αναγνώσματα δεν ήταν κλασικά έργα, αλλά αφηγήσεις τρόμου και επιστημονικής φαντασίας. Λόγω οικονομικών δυσκολιών δεν σπούδασε, ωστόσο, όπως είχε δηλώσει, «όλη μου η εκπαίδευση ήταν στις βιβλιοθήκες». Η αλήθεια είναι ότι τις τελευταίες τις τίμησε, μελετώντας στα έδρανά τους ή στηρίζοντας τον εκσυγχρονισμό τους. Πλέον, ήρθε η σειρά τους να τον μνημονεύσουν: η βιβλιοθήκη του Κογκρέσου και αρκετές άλλες των ΗΠΑ διοργανώνουν σήμερα έναν μαραθώνιο ανάγνωσης του δημοφιλούς μυθιστορήματός του «Φαρενάιτ 451», που θα διαβαστεί από ηθοποιούς και συγγραφείς και θα μεταδίδεται από τη σελίδα raybradburyreadathon.com.

Μερικοί το γνωρίζετε ήδη: οι 451 βαθμοί της κλίμακας Φαρενάιτ είναι η θερμοκρασία στην οποία καίγεται το χαρτί. Το μυθιστόρημα του Μπράντμπερι, δημοσιευμένο στη μακαρθική Αμερική του 1953, μας μεταφέρει σε μια δυστοπική μεγαλούπολη, όπου τα βιβλία παραδίδονται στις φλόγες εντεταλμένων πυρονόμων, όπως ο πρωταγωνιστής Γκάι Μόνταγκ, προκειμένου να εξαλειφθεί κάθε επικίνδυνη ιδέα από τις σελίδες τους, κάθε διάθεση για αναζήτηση που καλλιεργείται από την ανάγνωσή τους. Αν υπάρχει κάτι διαχρονικό σε όλα αυτά, το εξηγεί ο Βασίλης Δουβίτσας, μεταφραστής του «Φαρενάιτ 451» στην έκδοση της «Αγρας» (2012). «Στοιχεία που στο βιβλίο περνούν ως νύξεις επιστημονικής φαντασίας, τελικά επαληθεύθηκαν, ειδικά την τελευταία δεκαετία, μέσα  την επιτήρηση ή την απαξίωση της λογοτεχνίας» λέει. «Το μήνυμα του βιβλίου, όμως, δεν είναι τόσο ότι τα βιβλία απαγορεύτηκαν από κάποια κυβερνητική εντολή, όπως στο “1984”, αλλά ότι ο κόσμος τα απαξίωσε λόγω μιας κουλτούρας καταναλωτισμού, που έβαλε την προσωπική αναζήτηση σε δεύτερη μοίρα».

i-eironeia-me-to-farenait-4510
Το βιβλίο περιγράφει έναν κόσμο όπου τα βιβλία καίγονται ώστε να εξαλειφθεί κάθε διάθεση για στοχασμό.

Το μυθιστόρημα μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Φρανσουά Τριφό το 1966, ενώ ο ίδιος ο Μπράντμπερι το διασκεύασε σε θεατρικό έργο το 1979. Ενα σκηνικό ανέβασμά του είδαμε το 2018 και στην Ελλάδα, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, σε σκηνοθεσία του Θωμά Μοσχόπουλου. «Σημαντική δεν είναι τόσο η λογοτεχνική ή δραματουργική του αξία, όσο οι ιδέες που φέρει, οι οποίες καταλήγουν προφητικές», παρατηρεί ο Μοσχόπουλος. «Η μεγάλη ειρωνεία είναι ότι το “Φαρενάιτ 451” τιμάται από τον κόσμο τον οποίο στηλιτεύει. Στη θεατρική εκδοχή, υπάρχει ένας μονόλογος του αντίζηλου του πρωταγωνιστή, του πυραγού Μπίτι, που περιγράφει πώς η πολιτική ορθότητα προκρίνει έναν φαινομενικό πλουραλισμό, που τελικά οδηγεί στην κατάργηση οποιασδήποτε θέσης και φωνής. Η διαρκής υπογράμμιση των διαφορών σου από τους υπόλοιπους καταργεί την περίπτωση μιας συνθήκης που ενώνει την κοινωνία. Ζούμε σε έναν κόσμο διάσπασης, που δεν είναι τωρινό φαινόμενο. Ο κόσμος που περιγράφει ο Μπράντμπερι είναι αντίθετος από τον κόσμο της ανάγνωσης, που υποστηρίζει τη συγκέντρωση και αναθέτει στον αναγνώστη να δημιουργεί εικόνες. Εμείς βομβαρδιζόμαστε από εικόνες, οι οποίες είναι σαν βολές που δέχεσαι και δεν προλαβαίνεις να αντιδράσεις παρά μόνο θυμικά. Οταν, όμως, υφίστασαι διαρκώς σοκ, γίνεσαι είτε αναίσθητος είτε τόσο ευαίσθητος που δεν αντέχεις αυτό που ζεις».

Από την πλευρά του, ο Βασίλης Δουβίτσας επισημαίνει ότι ο τρόπος που αντιμετώπιζε την πολιτική ορθότητα ο Μπράντμπερι οφειλόταν και στον συντηρητισμό του. Συμφωνεί, ωστόσο, ότι εκτός από τον πυρονόμο Γκάι Μόνταγκ, εξίσου αν όχι περισσότερο ενδιαφέρον έχει ο πυραγός Μπίτι: «Αυτός είναι που περνάει τις φιλοσοφικές ιδέες του Μπράντμπερι και που συνδέει τον μεταπολεμικό κόσμο με τη δυστοπία που περιγράφεται στο βιβλίο», σημειώνει.

«Στο τέλος, βέβαια, μεταστρέφονται και οι δύο», παρατηρεί ο Μοσχόπουλος. «Ο ένας από μια αίσθηση ανεπάρκειας, ο άλλος από μια αίσθηση κορεσμού. Ο Μόνταγκ νιώθει ξαφνικά ότι κάτι του λείπει, ενώ ο Μπίτι αισθάνεται ότι όλα έχουν εξαντληθεί, ότι το είδος του ανθρώπου που γνωρίζει τα πάντα δεν μπορεί να αντέξει, να συνεχίσει. Είναι σαν ο Μπράντμπερι να λέει ότι η λύση δεν θα έρθει από τον πολύ έξυπνο, αλλά από τον άνθρωπο που δεν αντέχει, συναισθηματικά και ψυχολογικά, να ακολουθήσει μια κενή ζωή. Η λύση δεν θα έρθει από εκείνον που υπεραναλύει, όπως κάνουμε τώρα και εμείς. Κάτι τέτοιο, από ένα σημείο και μετά καταντά αυτάρεσκο και οι αξίες σχετικοποιούνται τόσο, που καταλήγεις αδρανής».