ΒΙΒΛΙΟ

«Σκαλωμένοι» στις φιλίες της ελληνικής επαρχίας

bar

Στέργιος Χατζηκυριακίδης
Σκαλωμένοι σε ένα μπαρ
εκδ. Δίαυλος
σελ. 264

Αν έχετε μεγαλώσει και σταδιοδρομήσει στην Αθήνα, αν ειδικά θεωρείτε ότι ανάμεσα στις πόλεις υπάρχει κάτι σαν διαγωνισμός προοδευτικότητας στον οποίο κερδίζετε λόγω πρωτευουσιάνικης ανατροφής, τότε η βασική υπόθεση του μυθιστορήματος «Σκαλωμένοι σε ένα μπαρ» του Στέργιου Χατζηκυριακίδη, ίσως σας παραξενέψει: ένας από τους ήρωές του, αφού έχει σπουδάσει και εργαστεί επιτυχώς στο εξωτερικό, επιστρέφει στα 38 του στην επαρχιακή γενέτειρά του, ορμώμενος από ένα «περίεργο εσωτερικό μπαλάντζο». Είναι αυτό λόγος για να εγκαταλείψει μια στρωμένη καριέρα; Μάλλον όχι. Εκτός και αν η καριέρα είναι λιγότερο σημαντική από τη διαπίστωση ότι «δεν μπορείς κάποτε να μη γίνεσαι ένα με αυτό που δεν θα ήθελες». Ακούγεται αντιφατικό· αλλά και η αντιμετώπιση των εσωτερικών αντιφάσεων δεν είναι αστεία υπόθεση.

Για τις αντιφάσεις της ελληνικής επαρχίας, για το αν υπάρχουν όντως αντιφάσεις ή αν προκύπτουν λόγω εξωτιστικών, αντιφατικών αναγνώσεων, τα έχουν πει μερικοί συγγραφείς ή σκηνοθέτες παλιότερα. Αυτό που κάνει ο Χατζηκυριακίδης με τη δική του πόλη (η οποία, βάσει του βιογραφικού του, είναι τα Γρεβενά, που τα άφησε για να σπουδάσει υπολογιστική γλωσσολογία και για να εργαστεί στο Πανεπιστήμιο του Γκέτεμποργκ), είναι ότι την επιστρατεύει ως έναν ακόμα χαρακτήρα της ιστορίας, χωρίς να την εξιδανικεύει, ούτε να την κακολογεί.

Στην επικράτειά της, οι πέντε ήρωες, φίλοι από τα παλιά, συναντιούνται στα αγαπημένα τους μπαρ (ένα εκ των οποίων, έχουμε σοβαρούς λόγους να υποθέτουμε ότι είναι το περίφημο «Fuit» των Γρεβενών), μιλούν με την ντόπια διάλεκτο ή την ορολογία των πληροφοριακών συστημάτων, αυτοσαρκάζονται ή χρησιμοποιούν το πείραγμα ως εκδήλωση τρυφερότητας, περνούν νύχτες όμορφες ή νύχτες άσχημες, υπερασπίζονται τους αδύναμους ή ηττώνται από δυνάμεις πέραν του ελέγχου τους: «δεν μπορώ άλλο εδώ πέρα, έλα να μην μπορούμε και οι δύο», ακούγεται να λέει κάποιος, σε ένα αλλιώτικο, αντίστροφο brain drain, μια αλλιώτικη κοινωνική αποστασιοποίηση.

Αν πρέπει να σταθούμε στις κατασκευαστικές λεπτομέρειες, θα λέγαμε ότι υπάρχουν στιγμές που η γραφή του Χατζηκυριακίδη, ένα «χτένισμα» το χρειάζεται. Τότε όμως θα χάναμε τον αδιαμεσολάβητο χαρακτήρα της φωνής των πρωταγωνιστών, που καταλαμβάνοντας ο κάθε ένας τον χώρο του, στήνουν μαζί μια ιστορία όπου η αλήθεια είναι διαλογική υπόθεση. Τώρα, γιατί αυτή ξεδιπλώνεται συνήθως σε κάποιο μπαρ, το εξηγεί μία ακόμα διαπίστωση, που ισχύει τόσο στην επαρχία όσο και στην πρωτεύουσα: «στο μπαρ είμαστε όλοι ίσοι», λέει κάποιος από την παρέα, «ειδικότερα όσο περνάει η ώρα».