ΒΙΒΛΙΟ

500 λέξεις με την Ισμήνη Καρυωτάκη

ismini

Η Ισμήνη Καρυωτάκη γεννήθηκε στα Γιάννενα. Σπούδασε Αρχιτεκτονική στο ΕΜΠ στην Αθήνα και Σκηνογραφία στην Beaux Arts στο Παρίσι. Από το 1997 ασχολείται με την αρχιτεκτονική της γραφής. Το τελευταίο της βιβλίο είναι «Οι ληστές της “Ανθολογίας του μαύρου χιούμορ”», εκδ. Ποταμός, 2020.

Ποια βιβλία έχετε αυτόν τον καιρό πλάι στο κρεβάτι σας;
«Ανέμελη δυστυχία» του Πέτερ Χάντκε, «Τι όμορφη που είναι η ζωή» της Μαρίας Λαϊνά και «Το θέατρο του παραλόγου» του Μάρτιν Εσλιν.

Ποιος ήρωας/ηρωίδα λογοτεχνίας θα θέλατε να είστε και γιατί;
Ταυτίζομαι απόλυτα με την Πάτι Σμιθ στο «M Train». Το μικρό καφέ στο Γκρίνουιτς Βίλατζ όπου έπαιρνε καθημερινά το πρωινό της είναι ακριβώς ο χώρος όπου θα μπορούσα να διασταλώ. Τα καφενεία και η περιπλάνηση σαν οδικός χάρτης της ζωής είναι και το δικό μου στίγμα.

Διοργανώνετε ένα δείπνο. Ποιους συγγραφείς καλείτε, ζώντες και τεθνεώτες;
Την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, τον Τάσο Δενέγρη και τον Iσπανό ποιητή Πέδρο Ματέο. Οσο ζούσαν ήταν προσκεκλημένοι μου επανειλημμένα και είχα την τύχη και τη χαρά να συνευρεθώ μαζί τους. Η ατμόσφαιρα και η ευωχία εκείνων των δείπνων επανέρχονται εμμονικά στη μνήμη μου.

Ποιο ήταν το πιο ενδιαφέρον στοιχείο που μάθατε πρόσφατα χάρη στην ανάγνωση ενός βιβλίου;
Το ότι «οι άγγελοι είναι άστατοι» από το «Το αρχέγονο και άλλοι καιροί» της  Ολγκα Τοκάρτσουκ.
 
Ποιο κλασικό βιβλίο διαβάσατε πρόσφατα για πρώτη φορά;
Το «Ανακόντα» του Οράτιο Κιρόγα.

Και ποιο είναι το βιβλίο που έχετε διαβάσει τις περισσότερες φορές;
Ενα από τα πολλά είναι το «Θέατρο σκιών» του Λου-Κιάνγκ-Τσέου.

Τι συμβολίζουν τα Εξάρχεια των δεκαετιών ’80-’90 και πώς καθορίζουν τη φιλία των δύο αγοριών του βιβλίου;
Τα Εξάρχεια και η Νεάπολη Εξαρχείων είναι η γειτονιά όπου –ήδη από τις δεκαετίες του ’80 και του ’90– επιμένει και ανθεί η ισορροπία των αντιθέσεων. Η ενέργεια και η ζωντάνια χέρι χέρι με την ένταση και την επικινδυνότητα, η ομορφιά της ριζωμένης ιστορικότητας αγκαλιά με τη φθορά, σε γεωμετρική ίσως πρόοδο από τότε μέχρι σήμερα. Αυτή η αύρα και η διάθεση, λοιπόν, είναι που κατακλύζουν τους κατοίκους –όσους…–, τους διαβάτες και περαστικούς της Νεάπολης, αυτό το ίδιο αίσθημα που διακατέχει και τους ήρωες της «Ανθολογίας» μου, τον Λουκά και τον Μανόλο και την Ξένη, τη Νιόβη και τη Μυρσίνη.

Θα μας δώσετε έναν ωραίο ορισμό του μαύρου χιούμορ;
«Πώς; Δεν έχετε τζάμια χρωματιστά; Ροζ τζάμια, τζάμια κόκκινα, τζάμια μαγικά, παραδεισένια τζάμια, που να κάνουν τη ζωή να φαίνεται ωραία;». Το ερώτημα του Μποντλέρ, στο διήγημα «Ο κακός υαλοπώλης», είναι αυτό που διατρέχει και το βιβλίο μου «Οι ληστές της “Ανθολογίας του μαύρου χιούμορ”».