ΒΙΒΛΙΟ

Φόνος εκ προμελέτης

fonos-ek-promeletis-2009240

ΣΠΥΡΟΣ ΚΟΥΖΙΝΟΠΟΥΛΟΣ
Οι μεγάλες πολιτικές δολοφονίες
στη Θεσσαλονίκη του 20ού αιώνα
εκδ. Ιανός, σελ. 342

Ο Σπύρος Κουζινόπουλος υπηρέτησε την ερευνητική δημοσιογραφία σχεδόν μισό αιώνα. Εργάσθηκε σε ενδιαφέροντες καιρούς, όταν ο Τύπος απολάμβανε ακόμη την εμπιστοσύνη του αναγνωστικού κοινού και από το πλήθος των ερευνών του που είδαν το φως της δημοσιότητας, προέκυψαν μέχρι στιγμής εννέα βιβλία. Σημαντικότερα κατά τη γνώμη μου τα έργα του «Υπόθεση Αλόις Μπρούνερ – Ο δήμιος των Εβραίων της Θεσσαλονίκης» και «Δράμα 1941, μια παρεξηγημένη εξέγερση» (υποψήφιο για το κρατικό βραβείο Χρονικού – μαρτυρίας το 2012).

Στο τελευταίο βιβλίο του «Οι μεγάλες πολιτικές δολοφονίες στη Θεσσαλονίκη του 20ού αιώνα», o Σπ. Κουζινόπουλος επιλέγει να μας παρουσιάσει έξι, τις πλέον χαρακτηριστικές, που σφράγισαν ίσως και την ιστορία της πόλης: Τη δολοφονία του βασιλιά Γεωργίου του Α΄, του ηγετικού στελέχους του ΚΚΕ Γιάννη Ζεύγου, του Αμερικανού δημοσιογράφου Τζορτζ Πολκ, των βουλευτών της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη και Γιώργου Τσαρουχά και τέλος του στελέχους του ΠΑΜ Γιάννη Χαλκίδη.

Για τον Σπ. Κουζινόπουλο, που μελέτησε εξονυχιστικά τα πρόσωπα και την εποχή τους, αυτές οι προμελετημένες δολοφονίες παρουσιάζουν τέτοιες ομοιότητες στη μεθοδολογία και αργότερα στη συγκάλυψη των αυτουργών, που με μια πρώτη ματιά φαίνεται πως οργανώθηκαν από το ίδιο σκοτεινό κέντρο. Σίγουρα μια τέτοια σκέψη θα μπορούσε να σταθεί ως υπόθεση εργασίας αν αφαιρούσαμε το γεγονός της δολοφονίας του βασιλιά Γεωργίου.

Δύο ερωτήματα που τίθενται από την αρχή του βιβλίου, είναι: α) γιατί η βορειοελλαδική πρωτεύουσα έμεινε στη μεταπολεμική μας Ιστορία ως «η πόλη των πολιτικών δολοφονιών» και β) γιατί συνέβησαν εκεί (όπως συνέβησαν) αυτές οι αποτρόπαιες πράξεις.

Ως προς το πρώτο ερώτημα, θα λέγαμε πως για την «κακή φήμη» της πόλης δεν ευθύνεται τόσο το αποτρόπαιο των εγκλημάτων, όσο το καθοριστικό γεγονός ότι τα περισσότερα θύματα ήταν «επώνυμα» με συγκεκριμένο «ειδικό βάρος» στην ελληνική κοινωνία και ο αιφνίδιος θάνατός τους σόκαρε την κοινή γνώμη, μονοπώλησε για μήνες τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, απείλησε την κυβερνητική σταθερότητα και αργότερα έδωσε «τροφή» σε διάφορα πολιτικά σενάρια καλλιεργώντας ένα κλίμα συνωμοσιολογίας.

Ως προς το δεύτερο ερώτημα, νομίζω πως ισχύει ακόμη σε μεγάλο βαθμό η θέση του καθηγητή πολιτικής ιστορίας στο ΑΠΘ Γιώργου Αναστασιάδη, μα και η αίσθηση του πεζογράφου Γιώργου Ιωάννου, ότι κοινός παρονομαστής είναι η πλαστή ταυτότητα της «διεκδικούμενης και απειλούμενης διαρκώς πόλης από εξωτερικούς και εσωτερικούς εχθρούς», ένας αδικαιολόγητος φόβος (εθνικιστική παράνοια, κατ’ άλλους) που οδήγησε στην υπέρμετρη θωράκιση του κρατικού μηχανισμού, την επάνδρωσή του με στελέχη ακραία που κινούνταν στα όρια της νομιμότητας και βέβαια στη συγκρότηση παράλληλα ενός παρακρατικού μηχανισμού από τον υπόκοσμο της Θεσσαλονίκης, έτοιμος από καιρό, ως χρυσή εφεδρεία, να δράσει όταν το απαιτήσει η πολιτική συγκυρία.
Κράτος, παρακράτος

Η Ασφάλεια, η ΚΥΠ, οι ξένες μυστικές υπηρεσίες, ακόμη και οι δικαστικές αρχές, όλες βρίσκονται αναμεμειγμένες με τον πλέον ύποπτο τρόπο και στις έξι δολοφονίες. Και οι επεμβάσεις τους είναι πάντοτε εις βάρος της αλήθειας. Συσκοτίζουν παρά φωτίζουν, κρύβουν παρά αποκαλύπτουν, αλλοιώνουν στοιχεία, μαρτυρίες και ντοκουμέντα λες και εκτελούν εντολές του ίδιου σκοτεινού κέντρου, που δεν κατονομάζεται. Ποιο είναι αυτό; Μπορούμε να φαντασθούμε τουλάχιστον δύο, τον ξένο παράγοντα (ΗΠΑ, Βρετανία, Γερμανία) και το παλάτι.

O Σπ. Κουζινόπουλος, υπέρμαχος της τεκμηριωτικής δημοσιογραφίας, βασισμένος σε ανέκδοτες προσωπικές συνεντεύξεις με τους πρωταγωνιστές, υλικό αρχείων και εφημερίδων, κατορθώνει να μας δώσει με ενάργεια όχι απλώς τα γεγονότα και το πλούσιο παρασκήνιο, μα και τη δικαστική έκβαση των υποθέσεων. Οξυδερκής παρατηρητής ο συγγραφέας αντιλαμβάνεται με αίσθηση μυθιστοριογράφου πως το προφίλ των θυτών, η καταγωγή και η τύχη τους είναι εξίσου ενδιαφέροντα για τον μέσο αναγνώστη που αγνοεί πρόσωπα και γεγονότα της τριακονταετίας 1944-1974.
Το βιβλίο, σε γενικές γραμμές, δεν ανατρέπει τα όσα γνωρίζουμε μέχρι τώρα για τις έξι δολοφονίες. Ο βασιλιάς Γεώργιος μάλλον εμπόδιζε τα σχέδια μιας γερμανικής διείσδυσης στα Βαλκάνια και αυτό το πλήρωσε με τη ζωή του. Ο Γιάννης Ζευγός και ο Γρηγόρης Λαμπράκης έγιναν στόχος κράτους και παρακράτους, σε σημαδιακές για την πορεία του τόπου ημέρες, με αποτέλεσμα να ακυρωθεί κάθε ομαλή πολιτική εξέλιξη.

Ως προς τον δεύτερο να σημειώσουμε πάντως πως ο συγγραφέας δίνει έμφαση στην άρνηση του παρακρατικού Εμμανουηλίδη να αποδεχθεί τη συμμετοχή του στη δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ, παρότι συνελήφθη πάνω στην καρότσα του τρίκυκλου από τον γνωστό «Τίγρη». Αρνηση που συνοδεύεται από τις υποψίες για τον ρόλο ενός ανώτατου αξιωματικού που βρέθηκε τη μοιραία νύχτα δίπλα στον Λαμπράκη.

Ο εκ των πρωταγωνιστών του αντιδικτατορικού αγώνα Γιάννης Χαλκίδης είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι σκοτώθηκε από τα πυρά της Ασφάλειας, ενώ ο βουλευτής Γιώργος Τσαρουχάς θα πεθάνει στα χέρια των βασανιστών του μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου. Τέλος, άγνωστο παραμένει ακόμη το ποιος σκότωσε τον Αμερικανό δημοσιογράφο Τζορτζ Πολκ. Τα λιγοστά νέα στοιχεία μάλλον γέρνουν και πάλι την πλάστιγγα προς την εκδοχή της συνεργασίας κράτους, παρακράτους και ξένων μυστικών υπηρεσιών, οπότε ξαναγυρίζουμε στις δημοφιλείς θεωρίες συνωμοσίας.