ΒΙΒΛΙΟ

Ομπάμα, από τη μεγάλη ανατροπή στη δεύτερη ευκαιρία

ompama-apo-ti-megali-anatropi-sti-deyteri-eykairia-2011693

MARK HALPERIN, JOHN HEILEMANN
Double Down
εκδ.Penguin Press, 2013, σελ. 500

Οι Mark Halperin και John Heilemann, γνωστοί πολιτικοί αναλυτές των περιοδικών Time και New York αντίστοιχα, έχουν αναδειχθεί στους οξυδερκέστερους χρονικογράφους των αμερικανικών προεδρικών εκλογών του 2008 και του 2012. Με τα βιβλία τους «Game Change» (2010) και «Double Down» (2013), περιγράφουν τη διπλή επικράτηση του Μπαράκ Ομπάμα, ο οποίος έγραψε ιστορία ως ο πρώτος Αφροαμερικανός πρόεδρος της χώρας. Στο δεύτερο βιβλίο τους, βασιζόμενοι σε 500 συνεντεύξεις με τους επιτελείς των προεδρικών υποψηφίων, με τον όρο ότι οι εκμυστηρεύσεις τους θα δημοσιεύονταν μετά τις εκλογές και με διατήρηση της ανωνυμίας τους για όσους το επιθυμούσαν, οι συγγραφείς προσφέρουν μια συναρπαστική αφήγηση που καθηλώνει τον αναγνώστη, για το προσκήνιο και ιδίως το παρασκήνιο, το δράμα και το θέατρο, τις μηχανορραφίες και τους ενδοκομματικούς καβγάδες, στη δεύτερη και τελευταία για τον Ομπάμα εκλογική μάχη.

Το φθινόπωρο του 2008 η Αμερική διψούσε για αλλαγή, καταβεβλημένη από δύο πολέμους (Ιράκ και Αφγανιστάν) και με την οικονομία της να κλυδωνίζεται μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers. Τότε, ο Ομπάμα, σε ηλικία 47 ετών, με μια αύρα σφριγηλότητας, αυτοπεποίθησης και ψυχραιμίας, πρόσφερε «την τόλμη της ελπίδας» και με το σύνθημα «Ναι, μπορούμε» (ο τίτλος του πρώτου βιβλίου), άλλαξε ριζικά το πολιτικό τοπίο, έκανε τη μεγάλη ανατροπή νικώντας δύσκολα για το χρίσμα του Δημοκρατικού Κόμματος μια πανίσχυρη εσωκομματική αντίπαλό του, τη Χίλαρι Κλίντον, και για την προεδρία εύκολα τον Ρεπουμπλικανό γερουσιαστή Τζον Μακέιν, με ποσοστό 53% και με διαφορά περίπου 10 εκατ. ψήφων. Στοχεύοντας στον μεσαίο χώρο, έπεισε ότι η συνετή κυβερνητική παρέμβαση σε χαλεπούς καιρούς μπορεί να προσφέρει αποτελεσματικές λύσεις στα προβλήματα της οικονομίας και της κοινωνίας, όπως έγινε επί προεδρίας του με τις μεταρρυθμίσεις στην υγεία και στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και με την κρατική στήριξη της αυτοκινητοβιομηχανίας.

Το 2012, ο Ομπάμα είχε εξασφαλίσει το χρίσμα του Δημοκρατικού Κόμματος, χωρίς τη βάσανο των προκριματικών εκλογών, αλλά αντιμετώπιζε ένα δύσπιστο εκλογικό σώμα, που πλην της λαϊκιστικής δεξιάς περιλάμβανε τώρα και απογοητευμένους οπαδούς του από την Αριστερά, που τον κατηγορούσαν για ανεπίτρεπτους συμβιβασμούς και ανεκπλήρωτες δεσμεύσεις.

Η στρατηγική

Καθώς η εξωτερική πολιτική είχε περιέλθει σε δεύτερη μοίρα, μετά την εκτέλεση του Μπιν Λάντεν στο Πακιστάν τον Μάιο 2011 και τη στρατιωτική απαγκίστρωση από το Ιράκ, η εκλογική στρατηγική του Ομπάμα επικεντρώθηκε στην οικονομία, που έδειχνε αισθητή βελτίωση στον τομέα της εργασίας επί προεδρίας του, καθώς και στην προστασία της μεσαίας τάξης. «Πρέπει να καταγράψεις τα επιτεύγματά σου σε μία μικρή κάρτα, που να χωράει στο τσεπάκι των ψηφοφόρων», τον συμβούλευε ο Μπιλ Κλίντον, με τον οποίο είχε συμφιλιωθεί μετά περίοδο ψυχρότητας, ενώ το σύνθημα του αντιπροέδρου Τζο Μπάιντεν «ο Μπιν Λάντεν είναι νεκρός και η Τζένεραλ Μότορς ζωντανή» ηχούσε πειστικό. Οταν το καλοκαίρι του 2012 ξεκαθάρισε ότι ο Μιτ Ρόμνεϊ θα ήταν ο αντίπαλός του τον Νοέμβριο, ο Ομπάμα τον περιέγραψε ως έναν πλουτοκράτη με ατομική περιουσία 250 εκατ. δολ., αποκομμένο από τον μέσο Αμερικανό, ζητώντας παράλληλα από τους ψηφοφόρους να ποντάρουν για δεύτερη φορά στον «ρεαλιστικό προοδευτισμό» του, διπλασιάζοντας έτσι το στοίχημά τους προς το πρόσωπό του (ο τίτλος του δεύτερου βιβλίου).

Ο Ρόμνεϊ, που κέρδισε το χρίσμα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος σε ηλικία 65 ετών ύστερα από σκληρή προεκλογική εκστρατεία, διαφήμιζε την εμπειρία του στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, ως κυβερνήτης στην πιο δημοκρατική πολιτεία της Αμερικής, τη Μασαχουσέτη, ως πρόεδρος της οργανωτικής επιτροπής που διέσωσε τους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες στο Σολτ Λέικ το 2002, ως επιτυχημένος επιχειρηματίας, που πλούτισε ως επικεφαλής της επενδυτικής εταιρείας Bain Capital. Και η δική του στρατηγική επρόκειτο να εστιάσει στην οικονομία, προβάλλοντας τα προσόντα του ως ικανού μάνατζερ, που θα διόρθωνε τα στραβά της χώρας.

Επασχε όμως και από μια κρίση ταυτότητας, καθώς για να εξασφαλίσει το χρίσμα έπρεπε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις ότι δεν ήταν αρκούντως συντηρητικός και για να κερδίσει τις εκλογές έπρεπε να μετακινηθεί προς το κέντρο, με κίνδυνο να χαρακτηρισθεί «κωλοτούμπας». Τον κυνηγούσαν όχι μόνο τα τρία Μ (Mormon, Money, Massachusetts), αλλά και οι γκάφες του, όπως η «συντεταγμένη χρεοκοπία», που πρότεινε το 2008 για το Ντιτρόιτ, ώστε η αυτοκινητοβιομηχανία του να γίνει πιο ανταγωνιστική, η διαρροή μιας ακριτομυθίας του ότι είχε ξεγράψει το 47% των Αμερικανών που ψήφιζαν Ομπάμα, οι δημόσιοι προβληματισμοί του για την ολυμπιακή προετοιμασία του Λονδίνου, που εξόργισαν τους Βρετανούς, η απονιά του στο θέμα των λαθρομεταναστών, που τον αποξένωσε από την ανερχόμενη δύναμη των ισπανόφωνων, η καταδίκη της μεταρρύθμισης του συστήματος ιατρικής περίθαλψης, του Obamacare, όταν ο ίδιος είχε εφαρμόσει παρόμοια μεταρρύθμιση ως κυβερνήτης της Μασαχουσέτης. Ο Μιτ Ρόμνεϊ, μεσούσης της ελληνικής κρίσης, συνέκρινε συχνά την πολιτική Ομπάμα με την κατάσταση στην Ελλάδα, την οποία χαρακτήριζε παράδειγμα προς αποφυγήν.

Τυφώνας κατά Ρόμνεϊ

Ενώ οι δημοσκοπήσεις το φθινόπωρο του 2012 έδιναν ελαφρύ προβάδισμα στον Ομπάμα, το επιτελείο του Ρόμνεϊ εναπέθεσε τις ελπίδες του στις τρεις τηλεοπτικές μονομαχίες των δύο προεδρικών υποψηφίων στις 3, 16 και 22 Οκτωβρίου. Οταν και αυτές δεν ανέτρεψαν το σκηνικό υπέρ του Ρόμνεϊ, ένα απρόβλεπτο γεγονός, ο τυφώνας «Σάντι» που έπληξε τις πολιτείες Νέας Υόρκης και Νιου Τζέρσεϊ την 29η Οκτωβρίου, έβαλε την ταφόπετρα στις προεδρικές φιλοδοξίες του, καθώς ο Ομπάμα εγκατέλειψε την προεκλογική εκστρατεία κι έσπευσε αμέσως στον τόπο της καταστροφής στο πλευρό του Ρεπουμπλικανού κυβερνήτη του Νιου Τζέρσεϊ, Κρις Κρίστι. Η ημέρα της κρίσης έφθασε μία εβδομάδα αργότερα, την 6η Νοεμβρίου, αφού είχαν ξοδευτεί δύο δισεκατομμύρια δολάρια από τους δύο μονομάχους. Οι ίδιες κατηγορίες ψηφοφόρων, μαύροι, ισπανόφωνοι, μορφωμένοι λευκοί, ανύπαντρες γυναίκες και νέοι, που εμπιστεύθηκαν τον Ομπάμα για πρώτη φορά το 2008, του έδωσαν μία δεύτερη ευκαιρία να ολοκληρώσει την αλλαγή που τόσο ελπιδοφόρα υποσχέθηκε πριν από τέσσερα χρόνια, αλλά αυτή τη φορά με χαμηλότερο ποσοστό (51%) και με μικρότερη διαφορά ψήφων (5 εκατ.). Οι Αμερικανοί αποφάσισαν να διπλασιάσουν το στοίχημά τους στο πρόσωπό του και ανεξάρτητα αν η Ιστορία τον κατατάξει τελικά στους «μεταμορφωτικούς ηγέτες», όποιος Δημοκρατικός διεκδικήσει την προεδρία το 2016, θα πρέπει να οικοδομήσει πάνω στην κληρονομιά του.

* Ο κ. Αχιλλέας Παπαρσένος υπηρέτησε στην ελληνική πρεσβεία της Ουάσιγκτον ως προϊστάμενος του Γραφείου Τύπου και Επικοινωνίας.