ΒΙΒΛΙΟ

Ο κόσμος του Γκράχαμ Σουίφτ

o-kosmos-toy-gkracham-soyift-2014334

Τον Γκράχαμ Σουίφτ, ένα από τα «τρομερά παιδιά» της βρετανικής πεζογραφίας, τον γνωρίσαμε -εγκαίρως- στην Ελλάδα, το 1987, με την κυκλοφορία της «Υδάτινης χώρας», ενός μυθιστορήματος που αποθέωσε σύσσωμη η κριτική, μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο και ήταν υποψήφιο για το βραβείο «Μπούκερ». Οι εκδόσεις της «Εστίας», έκτοτε κυκλοφόρησαν όλα τα βιβλία του και πρόσφατα μας χάρισαν ένα δίδυμο δώρο: Το τελευταίο μυθιστόρημα του «Μακάρι να ήσουν εδώ», αλλά και τα δοκίμιά του με τον παράξενο τίτλο «Φτιάχνοντας έναν ελέφαντα» και τον επεξηγηματικό υπότιτλο «Η γραφή εκ των έσω».

Ο ξύλινος ελέφαντας

Ας αρχίσουμε λοιπόν από το τελευταίο μιας και μας ανοίγει την πόρτα του συγγραφικού εργαστηρίου και μας καλεί να ρίξουμε μια αδιάκριτη ματιά στο εσωτερικό του. Το εκτενές δοκίμιο που δίνει και τον γενικό τίτλο στο βιβλίο, έχει για θέμα του τη σχέση του συγγραφέα με τον πατέρα του. Αφορμή είναι η απώλεια του γεννήτορα, μα και η ανάμνηση ενός αντικειμένου που για μια στιγμή τους έφερε πιο κοντά.

Ο μικρός Σουίφτ κατασκευάζει έναν ξύλινο ελέφαντα, ο πατέρας του που τον παρακολουθεί του προτείνει να τον βάψει ροζ, εκείνος όμως επιμένει πως οι ελέφαντες είναι γκρίζοι και οφείλει να είναι ρεαλιστής. Μια πρώιμη καλλιτεχνική διένεξη, που ίσως ασυνείδητα να επηρέασε και την συγγραφική σκέψη του.

Από τα υπόλοιπα δεκαπέντε δοκίμια του τόμου, ασφαλώς και ξεχωρίζουν αυτά που αναφέρονται στα δύο ταξίδια του στην Ελλάδα. Το πρώτο, το 1967 συμπίπτει με την αρχή της επάρατης δικτατορίας των Συνταγματαρχών και το δεύτερο το 1974, που συμπίπτει με την κατάρρευσή της. Στο πρώτο του ταξίδι ο Σουίφτ είναι ένας εξεγερμένος νέος που περιπλανιέται στα Βαλκάνια με άγνοια του κινδύνου, θολή σκέψη και εξεζητημένη συμπεριφορά. Επτά χρόνια αργότερα επιστρέφει στην Ελλάδα, πιο ώριμος, αποφασισμένος να μείνει ένα διάστημα και να γράψει το πρώτο του μυθιστόρημα ανεπηρέαστος από τον βρετανικό περίγυρο. Το αποτέλεσμα δεν θα τον ικανοποιήσει. Το «ελληνικό» χειρόγραφο θα καταλήξει στην πυρά, όμως, όπως γράφει η ελληνική εμπειρία εμπέδωσε μέσα του την επιθυμία να γίνει συγγραφέας.

Από την παρούσα έκδοση δεν λείπουν δοκίμια που αναφέρονται σε αγαπημένους του λογοτέχνες, όπως ο Τεντ Χιουζ και ο Καζούο Ισιγκούρο, αλλά και συνεντεύξεις που έχει κατά καιρούς παραχωρήσει στον Τύπο, αποκαλύπτοντας πώς αρχίζει να γράφει ένα μυθιστόρημα, τι τον εμπνέει ή πώς δουλεύει το υλικό του. Στη σελίδα 394 σημειώνει χαρακτηριστικά: «Γράφω σχεδόν πάντοτε σε πρώτο πρόσωπο κι ένα πράγμα που προσφέρει αυτό είναι η άμεση πρόσβαση στη μνήμη κάποιου ήρωα την ώρα ακριβώς που λειτουργεί. Κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ πιο επίπονο να γίνει γράφοντας σε τρίτο πρόσωπο…».

Να όμως που οι κανόνες και οι όρκοι υπάρχουν για να παραβιάζονται. Πριν στεγνώσει το μελάνι των δοκιμίων, ο Σουίφτ γράφει το τελευταίο του μυθιστόρημα «Μακάρι να ήσουν εδώ» στο τρίτο πρόσωπο, χρησιμοποιώντας δηλαδή έναν παντογνώστη αφηγητή για πρώτη φορά, αν δεν κάνω λάθος, στη συγγραφική του πορεία.

Το παρόν μυθιστόρημα, αποτελεί μια επανάληψη, κατά κάποιο τρόπο του πολυβραβευμένου του βιβλίου «Τελευταίος γύρος», μα και μια υπενθύμιση της φωκνερικής καταγωγής του, αφού το θέμα του μας φέρνει στον νου το κλασικό πια έργο του Φώκνερ «Καθώς ψυχορραγώ».

Ο Σουίφτ, στον πυκνό χρόνο ενός φορτισμένου από γεγονότα τριήμερου, μας παρουσιάζει την ιστορία μιας οικογένειας κτηνοτρόφων, των Λάξτον, που η ασθένεια των τρελών αγελάδων τη δεκαετία του ’90, τους διέλυσε οικονομικά μα και κοινωνικά. Απελπισμένος ο πατέρας Μάικλ Λάξτον θα αυτοκτονήσει, ενώ ο μικρότερος γιος του θα καταταγεί ως εθελοντής στον στρατό, θα πολεμήσει στο Ιράκ και θα φονευθεί σε μια ενέδρα. Κεντρικός ήρωας ο «καλός» γιος Τζακ Λάξτον που παρέμεινε στο κτήμα προσπαθώντας, μάταια, να σώσει τη γη και την περιουσία της οικογένειας.

Το έργο εκτυλίσσεται την παραμονή της άφιξης της σορού του νεκρού αδελφού από το Ιράκ, την ημέρα της κηδείας και την επομένη. Ο Τζακ συνοδεύει μόνος του το σφραγισμένο φέρετρο του αδικοχαμένου στρατιώτη ως τον προγονικό τόπο όπου και θα ταφεί δίπλα στους κτηνοτρόφους γονείς. Ταυτόχρονα αντιμετωπίζει την αδιαφορία (ή μήπως την οργή;) της νεαρής συζύγου του, που την πιο δύσκολη ώρα τον εγκαταλείπει. Ο Τζακ προσπαθεί να βιώσει το πένθος, να συμβιβασθεί με τις απώλειές του μα δεν βρίσκει πουθενά παρηγοριά και υποστήριξη. Το μυθιστόρημα μπορεί να έχει ένα γλυκόπικρο τέλος, ωστόσο, ως σύνολο μας μεταδίδει με ανατριχιαστική ακρίβεια την οδύνη και την αγωνία ενός σύγχρονου Ιώβ, που ο Θεός του στέλνει όσες συμφορές μπορεί να αντέξει.

​​ Graham Swift
«Φτιάχνοντας έναν ελέφαντα» (Δοκίμια).
«Μακάρι να ήσουν εδώ» (Μυθιστόρημα).
Μτφρ. Θωμάς Σκάσσης
Εκδόσεις της «Εστίας», 2014.